0 LIVE

Υγεία: Οι διαφορές των δύο φύλων στον αθλητισμό

Health

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, όλο και περισσότερες γυναίκες συμμετέχουν σε προγράμματα οργανωμένων φυσικών δραστηριοτήτων και αθλητισμού, ακόμα και σε δραστηριότητες που θεωρούνταν κάποτε αποκλειστικές για τους άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός, αν και άργησε να αναπτυχθεί, παρουσιάζει στις μέρες μας μια συνεχής ανοδική πορεία. Τα οφέλη από τη συμμετοχή σε φυσικές δραστηριότητες είναι ευνοϊκά για την υγεία και, σε γενικές γραμμές, παρόμοια με αυτά των ανδρών. Ωστόσο, οι ανατομικές, μορφολογικές και λειτουργικές διαφορές των δύο φύλων είναι αιτία διαφορετικών ανταποκρίσεων και προσαρμογών στα διάφορα συστήματα του οργανισμού (Wyrick, 1971, Δεληγιάννης, 1992).

Οι βιολογικές διαφορές των δύο φύλων είναι μια πραγματικότητα….

….Οι μεταβολές αρχίζουν από την περίοδο της εφηβείας, όπου οι ενδοκρινείς αδένες είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου με την ενέργεια των ορμονών του φύλου (γοναδοτροπίνες: οιστρογόνα και ανδρογόνα στεροειδή). Με την ανάπτυξη και δράση των ορμονών του φύλου, οι διαφορές πλέον μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι τόσο εξωτερικές, όσο και βιολογικές και έχουν αντίκτυπο σε πολλά συστήματα του οργανισμού (Δεληγιάννης, 1997).

 

Βιολογικές διαφορές:

Στο καρδιαγγειακό σύστημα, οι γυναίκες έχουν μικρότερο συνολικό όγκο καρδιάς και μικρότερη μάζα μυοκαρδίου, μεγαλύτερη καρδιακή συχνότητα ηρεμίας, αλλά μικρότερη μέγιστη καρδιακή συχνότητα συγκριτικά με τους άνδρες, κατά την εκτέλεση άσκησης μέγιστης έντασης. Επιπλέον, ο όγκος παλμού, ο συνολικός όγκος αίματος, η αιμοσφαιρίνη και η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου είναι μικρότερη στις γυναίκες. Τα οιστρογόνα έχουν προστατευτικό ρόλο στα αγγεία και για αυτό το λόγο ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος αθηροσκλήρωσης των στεφανιαίων αρτηριών (οι οποίες παρουσιάζουν επίσης ανατομικές διαφορές), τουλάχιστον μέχρι την εμμηνόπαυση. Οι οξείες ανταποκρίσεις και οι χρόνιες προσαρμογές του καρδιαγγειακού συστήματος με την άσκηση, καθώς επίσης και τα ευνοϊκά αποτελέσματα της συστηματικής άσκησης, είναι παρόμοιες και για τα δύο φύλα (Shangold, 1988).

Στις παραμέτρους του αναπνευστικού συστήματος, οι γυναίκες διαθέτουν μικρότερο θώρακα και πνεύμονες και συγκριτικά με τους άνδρες, εμφανίζουν μικρότερη ζωτική χωρητικότητα καθώς και υπολειπόμενο όγκο αέρα και μικρότερο μέγιστο πνευμονικό αερισμό. Οι διαφορές στη λειτουργία των πνευμόνων ισχύουν τόσο κατά την άσκηση, όσο και κατά την περίοδο ηρεμίας (Παπαλουκάς, 1992).

Όσον αφορά το μυοσκελετικό σύστημα, οι διαφορές  είναι εξίσου αρκετές και σημαντικές. Ο γυναικείος σκελετός είναι μικρότερος και ελαφρύτερος από αυτόν του ανδρός και ειδικά μετά την εμμηνόπαυση, ο γυναικείος σκελετός γίνεται ακόμα ελαφρύτερ1ος, λόγω της μείωσης εναπόθεσης αλάτων στον οστίτη ιστό. Το μικρότερο ύψος και βάρους, και το χαμηλότερο κέντρο βάρους είναι χαρακτηριστικά των γυναικών, όπως επίσης το μήκος των άνω άκρων. Η μεγαλύτερη γωνία του τετρακέφαλου (ή γωνία Q), προδιαθέτει για πιο συχνές κακώσεις στα γόνατα των αθλητριών. Το μυϊκό σύστημα της γυναίκας είναι λιγότερο ανεπτυγμένο συγκριτικά με του άνδρα (33% έναντι 40-42% του βάρους σώματος), χωρίς να υπάρχουν ποιοτικές διαφορές στον τύπο των μυϊκών ινών. Το δομικό λίπος στις γυναίκες είναι 20-25%, ενώ στους άνδρες είναι 8-20%, λόγω διαφορών στα επίπεδα των ορμονών, αλλά και πάλι υπάρχει διαφορά στην κατανομή του λίπους, ανάλογα με το είδος της αθλητικής δραστηριότητας (Baker, 1987).

Η βιολογικές διαφορές όμως δεν είναι μόνο αρνητικές για τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Υπάρχουν αρκετές ευνοϊκές διαφοροποιήσεις του γυναικείου φύλου και εντοπίζονται κυρίως στην ευκινησία και στο εύρος κίνηση των αρθρώσεων (ιδιαίτερα του αγκώνα και του καρπού), λόγω χαλαρότητας των συνδέσμων. Επίσης οι γυναίκες είναι πιο ευκίνητες, πειθαρχημένες, εγκρατείς και αντέχουν περισσότερο στον πόνο και στην σκληρή προπόνηση. Με λίγα λόγια, τα ανατομικά μειονεκτήματα των γυναικών, υπερκαλύπτονται, τρόπων τινά, από τα ψυχολογικά χαρίσματα και την άριστη ικανότητα προσαρμογής (Τσιλιγκίρογλου-Φαχαντίδου, 1990, 1991). Οι διαφορές ανδρών-γυναικών στις σωματικές παραμέτρους, συνοψίζονται στον πίνακα 1.

 

Διαφορές στην Αθλητική Απόδοση

 

Οι βιολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων επιφέρουν, όπως είναι αναμενόμενο και διαφορές σε σχέση με την απόδοση στις φυσικές δραστηριότητες και τον αθλητισμό. Στη σύνθεση και στις μεταβολικές ικανότητες των μυϊκών ινών δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές, όπως προαναφέρθηκε.

Για τις γυναίκες, η συστηματική προπόνηση με βάρη αυξάνει τη μυϊκή δύναμη, χωρίς όμως να δημιουργεί μυϊκή υπερτροφία, όπως συμβαίνει στους άνδρες, κάτι το οποίο οφείλεται πιθανώς, στα μικρά επίπεδα τεστοστερόνης που κυκλοφορεί στο αίμα (Marker, 1981).

Μέχρι και πριν μερικά χρόνια, οι γυναίκες, λανθασμένα, απέφευγαν να συμμετέχουν σε προγράμματα άσκησης που χρησιμοποιούσαν βάρη, γιατί η νοοτροπία και η αντίληψη της εποχής ήταν ότι η μακροχρόνια συμμετοχή σε προγράμματα προπόνησης δύναμης με βάρη θα οδηγούσε σε σημαντική και δυσανάλογη υπερτροφία των μυών. Στην πράξη, όμως αποδείχθηκε, ότι η μυϊκή ισχύς βελτιώνεται ακόμα και κατά 30-40% χωρίς τον κίνδυνο της εμφάνισης μυϊκής υπερτροφίας. Αυτό το γεγονός αποδίδεται κυρίως στα ελαττωμένα επίπεδα τεστοστερόνης στο αίμα των γυναικών.

Η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου κατά τη μέγιστη μυϊκή προσπάθεια, είναι μικρότερη στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Ωστόσο, στο σύστημα μεταφοράς οξυγόνου στους εργαζόμενους μύες, δεν παρουσιάζονται μεγάλες διαφορές. Με άλλα λόγια, άνδρες και γυναίκες που συμμετέχουν σε κοινά προγράμματα ήπιας ή μέτριας έντασης άσκησης, δεν εμφανίζουν διαφορές στην αερόβια ικανότητα. Σε αθλήματα διαφορετικού επιπέδου υπάρχουν διαφορές. Γενικά ένας άνδρας έχει κατά 10-25% μεγαλύτερη αερόβια ικανότητα σε σχέση με μια γυναίκα του ίδιου αθλήματος. Το σύστημα μεταφοράς οξυγόνου στις γυναίκες μειονεκτεί έναντι των ανδρών. Ο καθοριστικός παράγοντας που επιδρά στη διαφορά της αερόβιας ικανότητας ανάμεσα στα δύο φύλα, είναι η σύσταση του σώματος και το συνολικό μέγεθος του, αλλά και η μεγαλύτερη καρδιά στους άνδρες (μεγαλύτερη καρδιακή απόδοση), οι μεγαλύτερες τιμές στους όγκους και στις χωρητικότητες των πνευμόνων και η υψηλότερη τιμή της αιμοσφαιρίνης (Shangold, 1988).

 

Βιβλιογραφία:

 

Baker, M. (1987). Sex differences in human performance. Chichester: J. Wiley and sons.

Marker, K. (1981). Influence of athletic training on the maturity process of girls. Medicine of Sport Science. 15:117-126.

Shangold, M.M. (1988). Woman and exercise physiology and sports medicine. Philadelphia: F.A. Davis Co.

Wyrick, W. (1971). How sex differences affect research in physical education. In: DGWS research reports:Women in sports. American Alliance for Health, Physical Education and Recreation. Washington: D.V. Harris Editions.

Δεληγιάννης, Α. (1992). Ιατρική της Άθλησης. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Δεληγιάννης, Α. (1997). Ιατρική της Άσκησης: Από τη Θεωρία στην Πράξη. Θεσσαλονίκη: University StudioPress.

Παπαλουκάς, Α. (1992). Αθλητική Γυναικολογία, Θεσσαλονίκη.

Τσιλιγκίρογλου-Φαχαντίδου, Α. (1990). Η ανατομία του ανθρωπίνου σώματος. Β’ έκδοση. Θεσσαλονίκη:University Studio Press.

Τσιλιγκίρογλου-Φαχαντίδου, Α. (1991). Υγιεινή. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Πηγή: Εν σώματι υγιεί


ping_om2
pali_om2
ksifaskia_om2
arsi_logo_trans (1)
par_om2
hbf.header-logo-regular
badminton_om2
(rugby)
SPORTSLAND_LOGO_small