0 LIVE

Υγεία: Ιογενείς ηπατιτίδες και Δημόσια Υγεία

1

Παρά την εξαιρετική πρόοδο της ιατρικής στην καταπολέμηση των ιογενών νοσημάτων, οι ιογενείς ηπατίτιδες συνεχίζουν να αποτελούν σοβαρό πρόβλημα Δημόσιας Υγείας, καθώς αποτελούν την όγδοη αιτία θανάτου στον κόσμο. Οι συχνότεροι και περισσότερο επικίνδυνοι ιοί που προκαλούν ηπατίτιδα είναι της ηπατίτιδας Β και C. Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι μετάδοσης της ηπατίτιδας Β και C, είναι οι μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του αίματος, πριν το 1990, οι ιατρικές και οδοντιατρικές επεμβάσεις με ανεπαρκώς αποστειρωμένο εξοπλισμό, η περιγεννητική μετάδοση, η σεξουαλική επαφή (κυρίως για την ηπατίτιδα Β), η χρήση κοινών συρίγγων και βελόνων για λήψη ενδοφλέβιων ουσιών από τους τοξικομανείς, η κοινή οικιακή χρήση ξυραφιών ή οδοντόβουρτσων και τα τατουάζ με μη αποστειρωμένο εξοπλισμό. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Αίγυπτος, όπου εκατομμύρια μολύνσεις με ηπατίτιδα C συνέβησαν πριν το 1970 μετά μαζικούς εμβολιασμούς για σχιστοσωμίαση με κοινή χρήση συρίγγων.

Σχετικά με την ηπατίτιδα Β, η Ελλάδα ανήκει στις περιοχές με ενδιάμεση ενδημικότητα με 300.000 περίπου ανθρώπους να εκτιμάται ότι είναι φορείς της ηπατίτιδας Β. Η νόσος είναι από τις πιο συνηθισμένες ιογενείς λοιμώξεις παγκοσμίως και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι 350 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με χρόνια λοίμωξη. Η οξεία ηπατίτιδα B στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοϊάται μέσα σε 6 μήνες, αν όμως καταστεί χρόνια μπορεί να προκαλέσει πολύ σοβαρές επιπλοκές, όπως η κίρρωση και ο καρκίνος του ήπατος. Η ηπατίτιδα Β είναι πολύ μολυσματική και μεταδίδεται εύκολα μέσω επαφής με το αίμα ή άλλα σωματικά υγρά (σάλιο, σπέρμα, κολπικά υγρά) ενός μολυσμένου ατόμου. Η νόσος μπορεί να προληφθεί μέσω του εμβολιασμού, που είναι απόλυτα ασφαλής και αποτελεσματικός. Τα μη εμβολιασμένα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο μετάδοσης θα πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό στις σεξουαλικές επαφές τους ή να αποφεύγουν να μοιράζονται βελόνες ή άλλα αντικείμενα που μπορούν να μεταδώσουν τον ιό, όπως οδοντόβουρτσες, ξυράφια και ονυχοκόπτες.

Για την ηπατίτιδα C, το ποσοστό της λοίμωξης στο γενικό πληθυσμό της Ελλάδας υπολογίζεται σε περίπου 1.9%, με περίπου 200.000 άτομα να εκτιμάται ότι έχουν μολυνθεί από τον ιό. Μετά την αρχική μόλυνση, το 80% των περιπτώσεων ηπατίτιδας C μεταπίπτει σε χρονιότητα, καθώς ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι σε θέση να απομακρύνει τον ιό, σε αντίθεση με την ηπατίτιδα Β που αυτοϊάται σε ποσοστό περίπου  90%. Η χρόνια λοίμωξη μετά από 15-30 χρόνια μπορεί να εξελιχθεί σε ηπατική κίρρωση ή καρκίνο. Η ηπατίτιδα C μεταδίδεται κυρίως με επαφή με μολυσμένο αίμα και, αντίθετα από την ηπατίτιδα Β, σπανιότερα με τη σεξουαλική επαφή. Η μετάδοσή της με άλλα σωματικά υγρά είναι πολύ σπάνια. Για την ηπατίτιδα C, δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο. Για το λόγο αυτό, είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη προληπτική ανίχνευση των νοσούντων από ηπατίτιδα C, ώστε να λαμβάνουν μέτρα αποφυγής της μετάδοσης.

Η διάγνωση της ηπατίτιδας Β στο αίμα των φορέων στηρίζεται στην ανίχνευση του επιφανειακού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β (HBsAg). Αν αναπτυχθούν τα προστατευτικά αντισώματα anti-HBs, ο οργανισμός έχει απομακρύνει αποτελεσματικά τον ιό της ηπατίτιδας Β και δεν υπάρχει κίνδυνος μελλοντικής λοίμωξης. Για την ηπατίτιδα C, πρέπει πρώτα ο ασθενής να ελεγχθεί για την ύπαρξη των αντισωμάτων anti-HCV. Αν αυτά ανιχνευθούν σημαίνει είτε ότι υπάρχει ακόμη ο ιός στο αίμα είτε ακόμη και ότι έχει πια απομακρυνθεί. Για το λόγο αυτό, μετά την αρχική ανίχνευση των anti-HCV αντισωμάτων, πρέπει ο ασθενής να εξεταστεί με μοριακές τεχνικές για την παρουσία του ίδιου του ιού της ηπατίτιδας C με μοριακές μεθόδους, ώστε να είναι βέβαιη η παρουσία του ιού στο αίμα.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πρόσφατα έχουν κυκλοφορήσει νέα αντιϊκά φάρμακα που περιορίζουν στο ελάχιστο την κυκλοφορία του ιού στο αίμα οδηγούν ακόμη και σε πλήρη ίαση της ιογενούς ηπατίτιδας. Πέρα από τη μεγάλη σημασία για τον ίδιο τον ασθενή, είναι σημαντικό ότι δεν μπορεί πλέον να μεταδώσει τον ιό σε άλλους.

Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ιογενών ηπατιτίδων είναι η «ύπουλη» πορεία της νόσου, που συνήθως παραμένει ασυμπτωματική μέχρι τα τελικά της στάδια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι περισσότεροι ασθενείς να αγνοούν το πρόβλημα, να διαγιγνώσκονται είτε τυχαία είτε σε προχωρημένα στάδια, οπότε η θεραπεία είναι ανώφελη, αλλά και να μεταδίδουν χωρίς τη θέλησή τους τη νόσο.

Η πολύπλοκη φύση και η σοβαρότητα του προβλήματος των ιογενών ηπατιτίδων οδήγησε στη δημιουργία διεθνών δράσεων για τον περιορισμό τους. Μία σημαντική ενέργεια είναι η καθιέρωση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 2010, της 28ης Ιουλίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ηπατίτιδας με στόχο να αυξήσει την παγκόσμια επαγρύπνηση αλλά και την πίεση στις κυβερνήσεις για τη λήψη προληπτικών μέτρων.

Μία άλλη σημαντική κίνηση είναι η δημιουργία ενός διεθνούς μη-Κυβερνητικού και μη κερδοσκοπικού Οργανισμού, της Παγκόσμιας Συμμαχίας για την Ηπατίτιδα. Η κίνηση αυτή συνεργάζεται με τις κυβερνήσεις για την εξάλειψη των νόσων αυτών, μέσω αυξημένης εγρήγορσης και προαγωγής της πρόληψης, φροντίδας, υποστήριξης και πρόσβασης όλων των ασθενών στις δαπανηρές θεραπείες. Η έκταση του προβλήματος των ιογενών ηπατιτίδων είναι σημαντική και στη χώρα μας και επιβάλλει την ανάπτυξη από τις υπηρεσίες δημόσιας Υγείας πολύπλευρων δράσεων στους προαναφερθέντες τομείς. Η έγκαιρη προληπτική διάγνωση των «σιωπηλών φορέων» της ηπατίτιδας, θα συμβάλλει στον περιορισμό της διασποράς της νόσου.

Του Αθανάσιου Τσακρή 

Καθηγητής Μικροβιολογίας Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών


ping_om2
pali_om2
ksifaskia_om2
arsi_logo_trans (1)
par_om2
hbf.header-logo-regular
badminton_om2
(rugby)
SPORTSLAND_LOGO_small