0 LIVE

Ιστορία Άρσης Βαρών

1

Η ιστορία της Αρσης βαρών πριν το 1960

Η άρση βαρών στην Ελλάδα, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 1896 στους Ολυμπιακούς της Αθήνας περιλήφθηκε ως αγώνισμα χωρίς κατηγορίες βάρους αθλητών και με διαφορετικούς κανόνες από τους σημερινούς. Τα βάρη έπρεπε να σηκωθούν με το ένα χέρι, αριστερό ή δεξί δεν έπαιζε ρόλο, και με τα δύο χέρια. Στην πρώτη εκείνη ελληνική συμμετοχή οι Αλέξανδρος Νικολόπουλος και Σωτήρης Βερσής δεν μπόρεσαν να νικήσουν επειδή δεν γνώριζαν καλά τον παλμό. Εν τούτοις η διαφορά τους από τους νικητές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη.

Η έφεση της Ελλάδας στο άθλημα των δυνατών δεν άργησε να φανεί. Το 1904 στο Σεν Λούις, Ο Περικλής Κακούσης κατέλαβε την πρώτη θέση σηκώνοντας με τα δύο χέρια 111,670 κιλά. Εθνικός ήρωας όμως αναδείχθηκε ο Δημήτρης Τόφαλος, ο οποίος κατάφερε να αναδειχθεί πρώτος νικητής στους Μεσοολυμπιακούς του 1906 που έγινε στην Αθήνα. Ήταν τότε που για πρώτη φορά η χώρα μας έζησε στον παλμό του αθλήματος.

Οι Αγώνες της άρσης βαρών κράτησαν εκείνη τη χρονιά δύο μέρες λόγω σκότους. Η μπάρα είχε φτάσει πλέον τα 136 κιλά και ήταν μόνον ο Τόφαλος, ο Ούγγρος Βέις και ο Αυστριακός Στάινμπαχ, που είχαν δικαίωμα να δοκιμάσουν. Από τους τρεις στα 142,800 κιλά συνέχισαν ο Έλληνας και ο Αυστριακός.

Ο Τόφαλος σήκωσε το βάρος στη δεύτερη προσπάθεια, αλλά ακυρώθηκε επειδή στο πέρασμα η μπάρα είχε ακουμπήσει στο στήθος του. Ο Στάινμπαχ στη δεύτερη προσπάθεια έφερε το βάρος μέχρι το στήθος του αλλά το άφησε να πέσει κάτω και κυλίστηκε κι αυτός στο έδαφος πλάι στον αλτήρα. Ο Δημήτρης Τόφαλος απέτυχε και στην τρίτη προσπάθεια μολονότι κατόρθωσε να φτάσει τα βάρη στο πρόσωπό του. Από τη μεριά του ο Αυστριακός δεν κατάφερε να σηκώσει την μπάρα από το ύψος των γονάτων του.

Την εποχή εκείνη οι αθλητές είχαν δικαίωμα να κάνουν τέσσερις προσπάθειες. Ο Στάινμπαχ από την πλευρά του παραιτήθηκε από την προσπάθεια. Όχι όμως και ο Δημήτρης Τόφαλος.

Έχοντας στο πλευρό του το κατάμεστο Στάδιο στάθηκε μπροστά από την μπάρα, την γράπωσε με τα χέρια του και με μια τιτάνια προσπάθεια σήκωσε το εκπληκτικό, για την εποχή, βάρος. Το ρεκόρ που πέτυχε εκείνη την ημέρα κράτησε μέχρι το 1914, ενώ δέκα χρόνια μετά, το 1924, άλλαξαν για μια ακόμη φορά οι κανονισμοί.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στα πρώτα τμήματα άρσης βαρών τα οποία δημιουργήθηκαν την περίοδο 1896-1906 από τα πρώτα σωματεία Εταιρεία Πατρών, Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος και Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος.

Παρ’ όλη την επιτυχία του Τόφαλου, όμως, και την ύπαρξη σημαντικών αθλητών όπως οι Βερσής, Νικολόπουλος, Χριστόπουλος, Κακούσης, Φωκάς, Γεωργιάδης και Βαρανάκης, η άρση βαρών περνά μια περίοδο ύφεσης και ξανακάνει την εμφάνισή της αρκετά χρόνια μετά και πιο συγκεκριμένα λίγο πριν από την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ουσιαστικά η χρονιά 1935 είναι ορόσημο στην ιστορία της άρσης βαρών στην Ελλάδα. Τότε ο Ζακ Καρυωτάκης απέσπασε το αγώνισμα μαζί με τα υπόλοιπα βαριά (πάλη, πυγμαχία) από τον ΣΕΓΑΣ. Η άρση βαρών συγχωνεύτηκε με την πάλη και δημιουργήθηκε το πρώτο καταστατικό ενώ άρχισαν δειλά-δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους αγώνες επιδείξεως μεταξύ των αθλητών του Εθνικού με σκοπό τη διάδοση του αθλήματος.

Ο Κωνσταντίνος Τσιτσιμπάκος είναι ο μοναδικός αθλητής της εποχής εκείνης που κατόρθωσε να πλησιάσει το παγκόσμιο ρεκόρ της εποχής εκείνης στο επολέ ζετέ (επωμισμό και εκτίναξη) αφού σήκωσε με το ένα χέρι 77,5 κιλά. Τα ίχνη της άρσης βαρών ξαναχάνονται μετά τον Τσιτσιμπάκο, αυτή τη φορά με αιτία το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1948 ξεκινά η νέα εποχή στην άρση βαρών. Τη χρονιά εκείνη άρχισε μια νέα κίνηση από τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, ενώ ο Ζακ Καρυωτάκης ζήτησε – μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου – από την Ολυμπιακή Επιτροπή να έρθουν στην Ελλάδα τα πρώτα σύγχρονα, για την εποχή εκείνη, όργανα της άρσης βαρών. Τα βάρη δόθηκαν στην Ομοσπονδία Πάλης, η οποία με τη σειρά της τα έδωσε στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο για την εκγύμναση των αθλητών της πάλης και της άρσης βαρών. Μερικοί από τους αθλητές της εποχής εκείνης ήταν οι Θ. Παπούλιας, Μ. Σιδέρης, Χ. Δραγώνας, Μ. Κάβουρας, Τσουκαλάς, Μπόμπος και Κοντογούλης. 

Το 1951-52 ο πρώτος που δίδαξε την τεχνική της άρσης βαρών ήταν ένας προπονητής της πάλης. Ο Ιταλός Μπιάνκι ανέλαβε να μυήσει τους αθλητές του Εθνικού στα πρώτα ευρωπαϊκά μυστικά του αγωνίσματος.

Η περίοδος 1955-58 προοιωνίζει την ανάπτυξη που θα γνωρίσει το άθλημα στη χώρα μας. Αθλητές όπως οι Στέλιος Αρβανιτόπουλος, Μάριος Αρβανιτόπουλος, Χρήστος Τσίπης, Νίκος Γραμματικόπουλος, Ηλίας Μπαζίνας και Ανδρέας Φασιανός κάνουν την εμφάνισή τους, για να τους ακολουθήσουν ακόμη περισσότεροι στο μέλλον.

Από το 1959 αρχίζει να αναπτύσσεται πλέον με γοργούς ρυθμούς η άρση βαρών. Στο δυναμικό του Παναθηναϊκού αρχίζουν να εγγράφονται οι Κ. Απολλωνάτος, Κ. Χρηστάκος, Νικ. Πολύδωρος, Ζηνόπουλος και Γ. Οικονόμου, αθλητές που πρωταγωνίστησαν την επόμενη δεκαετία. Από την άλλη πλευρά ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος πετυχαίνει να εντάξει στο δυναμικό του τον Ι. Ψάλτη από την Αίγυπτο. Ο συγκεκριμένος αθλητής εκπροσώπησε την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς του 1960 και κατέλαβε την 11η θέση. Την επόμενη χρονιά ο ίδιος μετείχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βιέννης όπου κατετάγη 9ος.

Οι επιτυχίες αυτές του Ψάλτη, σε συνάρτηση με τους πρώτους μεγάλους αγώνες επιδείξεως ολυμπιακής άρσης βαρών, αποτέλεσαν την αφορμή να ενδιαφερθούν παράγοντες όλων των άλλων αθλητικών σωματείων για να οργανώσουν τμήματα άρσης βαρών. Όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη και γενικότερα τη Βόρεια Ελλάδα, η άρση βαρών εμφανίστηκε εκεί με τη μορφή λαϊκών αγώνων και επιδείξεων που γίνονταν σε διάφορους αθλητικούς χώρους, όπως τα γυμναστήρια της ΧΑΝΘ, του ΒΑΟ, του ΝΟΘ και το Καυταντζόγλειο.

Από τα σωματεία της Θεσσαλονίκης πρώτη η ΧΑΝΘ δημιούργησε τμήμα άρσης βαρών εγγράφοντας στο δυναμικό της αθλητές από το στίβο, την πάλη, την κωπηλασία και άλλα αθλήματα, που, είχαν «μαγνητιστεί» από τις επιδείξεις. Το 1961 οργανώνονται οι πρώτοι επίσημοι λαϊκοί αγώνες, στους οποίους οι μετέχοντες χωρίζονται σε κατηγορίες βάρους, χρησιμοποιείται φύλλο αγώνος, ενώ η διεξαγωγή τους ανακοινώνεται και από τον Τύπο.

Το 1964 πρωτοκάνει την εμφάνισή του το όνομα Χρήστος Ιακώβου.

Ο ολυμπιονίκης και πολυνίκης ομοσπονδιακός τεχνικός της Ελλάδας γράφτηκε τη χρονιά εκείνη στο δυναμικό του Παναθηναϊκού, σωματείο το οποίο κρατούσε την εποχή τα σκήπτρα της Αθήνας στο αγώνισμα.

Το 1959, σύμφωνα με τη «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Αθλητισμού», διοργανώνονται οι πρώτοι Πανελλήνιοι Αγώνες.

Την περίοδο 1960-70

Πανελλήνιο Πρωτάθλημα διεξήχθη και το 1964. Σύμφωνα με τον Χρ. Ιακώβου στο βιβλίο του: «Το 1964 αποφασίστηκε από την Ελληνική Ομοσπονδία Φιλάθλων Πάλης η τέλεση του 1ου Πανελλήνιου Πρωταθλήματος άρσης βαρών. Οι αγώνες διοργανώθηκαν από τον Παναθηναϊκό στην αίθουσα αθλοπαιδιών του, υπό την επίβλεψη της Τεχνικής Επιτροπής άρσης βαρών. Το Πρωτάθλημα διήρκεσε δύο μέρες, την 17η και τη 18η Οκτωβρίου. Τα σωματεία που μετείχαν ήταν ο Παναθηναϊκός με 15 αθλητές, ο Εθνικός με επτά αθλητές, ο Ολυμπιακός με τέσσερις αθλητές, η ΧΑΝΘ με δύο αθλητές, ο Αθλητικός Όμιλος Δάφνης με πέντε αθλητές, ο Παράδεισος με πέντε αθλητές και ο Αθλητικός Όμιλος Κύδων Χανίων με τρεις αθλητές».

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, πρωταθλητής σύλλογος αναδείχθηκε ο Παναθηναϊκός με 50β., με δεύτερο τον Εθνικό (25β.) και τρίτο τον ΑΟ Δάφνης (14).

Η ανάπτυξη της άρσης βαρών από εκεί κι έπειτα συνεχίστηκε με ακόμη πιο γοργούς ρυθμούς. Το 1ο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και ο ερχομός των αδελφών Στέργιου και Χρήστου Τσούκα από την Αμερική προσελκύουν ακόμη περισσότερους θιασώτες αλλά και εμπλεκόμενους.

Ρεκόρ καταρρίπτονται συνεχώς και νέοι αθλητές κάνουν την εμφάνισή τους. Τα σκήπτρα γενικώς παραμένουν στον Παναθηναϊκό αλλά η Κρήτη είναι μια περιοχή που οι δυνατοί κάνουν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους. Παράλληλα η Τεχνική Επιτροπή αρχίζει να διοργανώνει αγώνες όπως αβραβεύτων κέντρου (20-21/03/65), επιλέκτων (27/03/65), αγώνες Νοτίου Πρωταθλήματος Ελλάδας (15-16/05/65). Ακόμη γίνονται αγώνες στην Καστοριά, τα Ιωάννινα και τα Χανιά.

Το 1965 διοργανώθηκε το 2ο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα από τον Παναθηναϊκό – που κατέλαβε και την πρώτη θέση – ενώ τον ακολούθησαν Πανελλήνιος και Εθνικός.

Το 1966, και συγκεκριμένα στις 21 και 22 Μαΐου, διοργανώθηκε, πάλι από τον Παναθηναϊκό, το 1ο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα εφήβων. Σε αυτό εκτός του διοργανωτή, έλαβαν μέρος ο Πανελλήνιος, ο Ολυμπιακός, ο Κύδων Χανίων, ο ΑΟ Σπόρτιγκ και ο ΑΟ Τύφων. Οι αγώνες αυτοί είχαν μεγάλοι επιτυχία, ενώ καταρρίφθηκαν τέσσερα πανελλήνια ρεκόρ από τον Γ. Αμουργή στην κατηγορία των 56 κ. και ένα από τον Χρ. Ιακώβου στα 75 κ. Την πρώτη θέση κατέλαβε ο ΠΑΟ και τον ακολούθησαν Ολυμπιακός και Κύδων Χανίων. Στο 3ο Πρωτάθλημα ανδρών την ίδια χρονιά πρώτος ήταν ο Παναθηναϊκός, δεύτερος ο Αο Παραδείσου και τρίτος ο ΑΟ Σπόρτιγκ.

Το 1967 ήταν μια ακόμη χρονιά επιτυχιών και ανάπτυξης για την ελληνική άρση βαρών.

Εκτός, όμως, από τα Πρωταθλήματα ανδρών και εφήβων, κάνει την εμφάνισή του και το 1ο Πρωτάθλημα Ενόπλων Δυνάμεων. Συμμετέχοντα σώματα ήταν ο Στράτος Ξηράς, το Ναυτικό, η Αεροπορία και η Αστυνομία. Πρώτο σώμα αναδείχθηκε το Ναυτικό, με δεύτερο το Στρατό Ξηράς και τρίτο την Αστυνομία.

Το 1967 επίσης ήρθε και η πρώτη πολύ σημαντική διάκριση της μεταπολεμικής περιόδου για την Ελλάδα. Η χώρα μας έλαβε μέρος στους Μεσογειακούς Αγώνες της Τύνιδας. Η συγκομιδή μας ήταν ένα χρυσό μετάλλιο με τον Σ. Τσούκα και ένα χάλκινο από τον Χρ. Ιακώβου. Ο δεύτερος, μάλιστα, πέτυχε παγκόσμιο ρεκόρ εφήβων στην κατηγορία των 75 κ. με την ανύψωση 136,5 κ. Η επίδοση αυτή που σημειώθηκε στις 09/12/67 ήταν το σημαντικότερο γεγονός της χρονιάς, γιατί ήταν η πρώτη φορά που Έλληνας αθλητής σημείωνε παγκόσμιο ρεκόρ στους εφήβους.

Η επόμενη χρονιά, 1968, ήταν εξίσου καλή. Οι Έλληνες αθλητές κατέρριψαν 35 από τα 56 ρεκόρ του επίσημου προγράμματος. Ειδικότερα ο Χρ. Ιακώβου πέτυχε για δεύετρη φορά παγκόσμιο ρεκόρ εφήβων σε αγώνες τους οποίους διοργάνωσε η διεθνής ομοσπονδία στο Λονδίνο. Κατέρριψε, με 139 κ. το ρεκόρ στο ντεβελοπέ στην κατηγορία των 75 κ. Την ίδια χρονιά διακρίθηκαν επίσης οι Α. Φλασκής (ΠΑΟ) με τρία εθνικά ρεκόρ, Σ. Τσούκας (ΠΑΟ) με πέντε εθνικά ρεκόρ, Ι. Μιχαηλίδης (Ολυμπιακός) με δύο ρεκόρ και Κανάρης με τρία ρεκόρ. Τη μεγάλη έκπληξη, όμως, έκανε ο Π. Σπύρου του Ολυμπιακού που κατέλαβε την πρώτη θέση στην κατηγορία των 75 κ. του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος. Το 1968, επίσης, διοργανώθηκαν στη Θεσσαλονίκη οι πρώτοι διασυλλογικοί αγώνες με τη συμμετοχή των ΧΑΝΘ, ΒΑΟ και Γυμνασίου Καλαμαριάς. Την επόμενη χρονιά οργανώνεται για πρώτη φορά Σχολή κριτών άρσης βαρών στη Βόρειο Ελλάδα, ενώ γίνονται και οι πρώτοι αγώνες σχολείων της συμπρωτεύουσας.

Από καθαρά αγωνιστική σκοπιά, το 1969 ήταν μια ακόμη χρονιά του Χρ. Ιακώβου και της Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ανδρών της Βαρσοβίας, κατέλαβε την πέμπτη θέση στην Ευρώπη και την έκτη στον κόσμο. Από την άλλη πλευρά η Θεσσαλονίκη βλέπει για πρώτη φορά εκπρόσωπό της, τη ΧΑΝΘ, να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στους εφήβους, με τον Ολυμπιακό δεύτερο και τον Άτλαντα Καλλιθέας τρίτο. Παράλληλα, ο Π. Σπύρου ανεβαίνει σταθερά με τα χρώματα των «ερυθρόλευκων», ενώ αξιοσημείωτη είναι η πορεία των Αθανασιάδη (52 κ.) και Ηλιάδη (82,5 κ.) από τη Θεσσαλονίκη με προπονητή τον Τάκη Ασλανιάν.

Το 1969, επίσης, η Ελλάδα λαμβάνει μέρος στους 1ους Βαλκανικούς αγώνες με πλήρη ομάδα για πρώτη φορά. Η χώρα μας κατέκτησε έξι μετάλλια (ένα χρυσό, ένα ασημένιο και τέσσερα χάλκινα), ενώ στη γενική βαθμολογία κατετάγη τρίτη

1970-80

Το 1970 αυξήθηκαν κατά δύο οι κατηγορίες βάρους με την προσθήκη αυτών των 52 κ. και 110 κ. Αθλητές που διακρίθηκαν τότε ήταν οι Ζήκας, Στεφανουδάκης, Σπύρου, Ιακώβου, Μιχαηλίδης, Σ. Τσούκας, Κανάρης, Αθανασιάδης, Ηλιάδης και Τσικρικώνης. Στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα τον τίτλο πήρε η ΧΑΝΘ, ακολουθούμενη από τον Ολυμπιακό και τον Ηρακλή Θασσαλονίκης. Ο μοναδικός διεθνής αγώνας στον οποίο μετείχαν Έλληνες αθλητές ήταν η αναμέτρηση Ελλάς – Ισραήλ, στον οποίο οι δύο χώρες αναδείχθηκαν ισόπαλες. Στους Βαλκανικούς αγώνες που πραγματοποιήθηκαν στην Τουρκία, η Ελλάδα δεν έλαβε μέρος εξαιτίας επιδημίας που μάστιζε τη γειτονική χώρα.

Διεθνή αξιόλογη παρουσία πραγματοποίησε η χώρα μας την επόμενη χρονιά, το 1971.

Σημαντικότερη από όλες ήταν η παρουσία του Χρ. Ιακώβου, ο οποίος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Λίμα, στο Περού, με προπονητή τον Γιώργο Σανιώτη, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο ντεβελοπέ της κατηγορίας των 82,5 κ. σηκώνοντας 162,5 κ. Στο σύνολο ήταν πέμπτος. Στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Σόφιας ο Χρ. Ιακώβου ήταν τέταρτος στα 82,5 κ., ο Στεφανουδάκης έβδομος στα 67,5 κ. και ο Σπύρου όγδοος στα 75 κ. Στους Μεσογειακούς αγώνες της ίδιας χρονιάς στη Σμύρνη, ο Ιακώβου κατέκτησε πάλι χρυσό, ενώ οι Σ. Τσούκας και Π. Σπύρου ανέβηκαν στο τρίτο σκαλί του βάθρου. Εντός συνόρων, στους άντρες τον τίτλο του πρωταθλητή πήρε η ΧΑΝΘ, με δεύτερο τον Παναθηναϊκό και τρίτο τον Ολυμπιακό. Στο Πρωτάθλημα εφήβων πρώτη ήταν πάλι η ΧΑΝΘ ακολουθούμενη από τον Άτλαντα και τον Μίλωνα.

Το 1972 ήταν χρονιά Ολυμπιακών Αγώνων, στο Μόναχο. Ο Χρ. Ιακώβου ήταν πέμπτος στο σύνολο και ταυτόχρονα, δεύτερος στο ντεβελοπέ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Επίσης, ο Ηλιάδης ήταν 11ος, ο Σπύρου 12ος και ο Στεφανουδάκης 18ος. Στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες την ίδια χρονιά ο Χρ. Ιακώβου πήρε την έκτη θέση. Εδώ αξίζει να σημειωθούν δύο γεγονότα. Αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η παγκόσμια ομοσπονδία άρσης βαρών αποφάσισε, στη γενική συνέλευσή της, την κατάργηση της κίνησης ντεβελοπέ. Έμειναν πλέον το αρασέ (απόσπαση) και επολέ ζετέ (επωμισμός και εκτίναξη). Επίσης, δεν πραγματοποιήθηκαν τα Πανελλήνια Πρωταθλήματα ανδρών και εφήβων.

Το 1973 έγινε μόνιμη προεθνική ομάδα που γυμναζόταν στο στάδιο Καραϊσκάκη, σε σύγχρονο, για την εποχή, γυμναστήριο. Το Πανελλήνιο Εφηβικό Πρωτάθλημα ανέδειξε νέα ταλέντα: Λεσπουρίδης, Τάτσης, Γαλιατσάτος, Κλουβιδάκης, Τσαμαρδίνος, Ζαρζαβατσίδης και Σιζόπουλος θα μείνουν στο προσκήνιο για αρκετά χρόνια.

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (Αβάνα), η Ελλάδα κατέλαβε τη 16η θέση μεταξύ 42 χωρών. Οι Στεφανουδάκης (67,5 κ.) και Ηλιάδης (82,5 κ.) ήταν πέμπτοι στο αρασέ, ενώ ο Ιακώβου (82,5 κ.) κατετάγη ένατος στο σύνολο και ο Σπύρου (75 κ.) δέκατος.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Μαδρίτη), ο Στεφανουδάκης (67,5 κ.) πήρε την έβδομη θέση στο σύνολο. Το 1974 οι περισσότεροι πρωταθλητές της άρσης βαρών ήταν στρατευμένοι και η Ελλάδα δεν συμμετείχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Στο Ευρωπαϊκό, ο Ηλιάδης (82,5 κ.) κατετάγη όγδοος, με νέο πανελλήνιο ρεκόρ στο σύνολο (315 κ., 140+175).

Κάθε φέτος και καλύτερα για την ελληνική άρση βαρών, που εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στη διεθνή σκηνή. Το 1975 η ευρωπαϊκή ομοσπονδία τιμά τον Χρήστο Ιακώβου με την κλήση του στη Μικτή Ευρώπης, για δύο αγώνες (σε ΗΠΑ και Καναδά).

Στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Μόσχα), ο Γιάννης Κατσαϊδώνης (52 κ.) κατέρριψε το ευρωπαϊκό ρεκόρ εφήβων στο αρασέ και στη γενική βαθμολογία κατετάγη έβδομος στην Ευρώπη και δέκατος στον κόσμο. Ο Χρήστος Ιακώβου (90 κ.) ήταν έβδομος στην Ευρώπη και στον κόσμο. Συμμετείχαν ακόμα οι Γαλιατσάτος στα 75 κ. (11ος), Στεφανουδάκης στα 67,5 κ. (13ος και 18ος).

Στους Μεσογειακούς Αγώνες (Αλγέρι), ο Στεφανουδάκης (67,5 κ.) και ο Ιακώβου (90 κ.) πήραν χρυσό μετάλλιο και ο Αθανασιάδης (52 κ.) χάλκινο, ενώ οι Σπύρου (90 κ.), Ζαρζαβατσίδης (110 κ.) ήταν τέταρτοι και ο Γαλιατσάτος (75 κ.) έκτος.

Η μοναδική ελληνική διάκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ (1976) προήλθε από την άρση βαρών: Ο Νίκος Ηλιάδης της ΧΑΝΘ κατέλαβε την τέταρτη θέση στα 82,5 κ. και λίγους μήνες αργότερα αναδείχθηκε από τον ΠΣΑΤ κορυφαίος αθλητής της χρονιάς. Κάτι που είχε γίνει και το 1975 με τον Χρήστο Ιακώβου.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Ανατολικό Βερολίνο), ο Χρήστος Ιακώβου (90 κ.) σήκωσε 345 κ. στο σύνολο και κατετάγη έκτος. Στους αγώνες συμμετείχαν και οι Αθανασιάδης (9ος), Ηλιάδης (10ος). Στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα εφήβων (Γκντανσκ) έλαβαν μέρος έξι αθλητές μας. Στο Ευρωπαϊκό, ο Μπαρμπουνάκης (52 κ.), ο Κατσαϊδώνης (56 κ.) και ο Σιζόπουλος (100 κ.) πήραν την έκτη θέση και ο Τσελέπης (90κ.) την έβδομη. Στο Παγκόσμιο, ο Ζαρζαβατσίδης (110 κ.) ήταν πέμπτος και ο Σιζόπουλος έκτος. Η Ελλάδα κατετάγη όγδοη στην Ευρώπη και ένατη στον κόσμο.

Το 1977 ήταν γεμάτο επιτυχίες. Στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα εφήβων (Σόφια), ο Κατσαϊδώνης (56 κ.) κατετάγη τρίτος στην Ευρώπη και πέμπτος στον κόσμο, με 222,5 κ. σύνολο (100+122,5), ενώ ο Αλέκος Σιζόπουλος (100 κ.) πήρε την τέταρτη θέση στην Ευρώπη και την πέμπτη στον κόσμο με 287,5 κ. (130+157,5).

Στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Στουτγκάρδη), ο Νίκος Ηλιάδης σήκωσε 337,5 κ. στο σύνολο (152,5+185) και κατετάγη τέταρτος στην Ευρώπη, λόγω διαφοράς σωματικού βάρους από τον τρίτο. Ο Χρήστος Ιακώβου (90 κ.) με 155 κ. στο αρασέ ήταν πέμπτος στην Ευρώπη και έκτος στον κόσμο, αλλά ακυρώθηκε στο ζετέ. Ο Γιάννης Κατσαϊδώνης (56 κ.) με 227,5 κ. στο σύνολο (100+127,5) πήρε την έβδομη θέση στην Ευρώπη και τη δωδέκατη στον κόσμο.

Στο εσωτερικό είναι αξιοσημείωτη η….. αποκέντρωση. Στην επαρχία «καλλιεργείται» πλέον η άρση βαρών και πολλοί σύλλογοι, όπως ο Κύδων Χανίων, ο Φίλιππος Βέροιας και ο Α.Ο. Σερρών, έχουν να παρουσιάσουν σημαντική πρόοδο και διακρίσεις.

Το 1977 επίσης, ο Νίκος Ηλιάδης αναδείχθηκε από τον ΠΣΑΤ, για δεύτερη συνεχόμενη φορά, αθλητής της χρονιάς.

Η ΕΟΑΒ είχε αναλάβει τη διοργάνωση του Παγκόσμιου και Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος εφήβων το 1978. Οι αγώνες έγιναν τελικά στην Αθήνα και όχι στη Θεσσαλονίκη όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο, λόγω των σεισμών που έπληξαν τη συμπρωτεύουσα. Η Ελλάδα κατετάγη όγδοη στην Ευρώπη και εικοστή πρώτη στον κόσμο. Ο Νίκος Ηλιάδης (90 κ.) ήταν έκτος τόσο στο Ευρωπαϊκό (Χάβιροφ) (στο ζετέ κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο πρώτο για την Ελλάδα στο θεσμό), όσο και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (Γκέτισμπεργκ, ΗΠΑ).

Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1979 έγινε στη Θεσσαλονίκη, με τη συμμετοχή 189 αθλητών από 39 χώρες. Ο Δημήτρης Ζαρζαβατσίδης, με την όγδοη θέση στα υπερβαρέα (350 κ. σύνολο), πραγματοποίησε την καλύτερη ελληνική εμφάνιση. Λεσπουρίδης και Παναγιωτόπουλος κατέλαβαν την 11η θέση, ο Σιδηρόπουλος τη 16η, ο Αποστολάκης τη 17η, ενώ ο Αμαξόπουλος ακυρώθηκε στο ζετέ.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Βάρνα), ο Χρήστος Ιακώβου (100 κ.) ήταν πέμπτος στο ζετέ (165 κ.) και στο σύνολο (367,5 κ.) και έκτος στο αρασέ (202,5 κ.). Ο Κατσαϊδώνης (56 κ.) κατετάγη έβδομος, ο Σιδηρόπουλος (56 κ.) όγδοος και ο Ζαρζαβατσίδης ένατος. Στους Μεσογειακούς Αγώνες (Σπλιτ), ο Γιάννης Κατσαϊδώνης (52 κ.) με 212,5 κ. και ο Χρήστος Ιακώβου (100 κ.) με 342,5 κ. ανέβηκαν στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου, ενώ ο Παύλος Λεσπουρίδης (67,5 κ.) με 275 κ. πήρε το χάλκινο μετάλλιο.

1980-90

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1980 (Μόσχα), ο Δημήτρης Ζαρζαβατσίδης (υπερβαρέα) και ο Νίκος Ηλιάδης (80 κ.) πήραν την όγδοη θέση. Ο πρώτος με 347,5 σύνολο (155+192,5) και ο δεύτερος με 345 κ. (150+195). Ο Γιάννης Κατσαϊδώνης (52 κ.) με 207,5 κ. στο σύνολο ήταν δέκατος, όπως και ο Γιάννης Σιδηρόπουλος (56 κ.) που βελτίωσε πέντε φορές το πανελλήνιο ρεκόρ (242,5 κ. σύνολο). Στα 67,5 κ. ο Παύλος Λεσπουρίδης κατετάγη 15ος με 270 κ. στο σύνολο.


Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Βελιγράδι), Ζαρζαβατσίδης και Σιδηρόπουλος περιορίσθηκαν στη δέκατη θέση. Στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, ο Ζαρζαβατσίδης πήρε τρία χρυσά μετάλλια στα υπερβαρέα (322,5 κ. σύνολο), ενώ στην ίδια κατηγορία ο Σιζόπουλος κέρδισε ένα αργυρό και ένα χάλκινο. Στα 67,5 κ. ο Λεσπουρίδης πήρε χρυσό μετάλλιο στο σύνολο (280 κ.) και αργυρά στο αρασέ και το ζετέ.

Τέλος, τρία αργυρά μετάλλια και τρία πανελλήνια ρεκόρ ήταν ο απολογισμός της εμφάνισης του Σιδηρόπουλου στα 56 κ. (105 κ. αρασέ, 130 κ. ζετέ, 235 κ. σύνολο).

Νέοι, ταλαντούχοι αθλητές (όπως οι Τσιντσάρης, Γέροντας, Γραμματικόπουλος, Παναγιωτάκης, Ηλιούδης, Δασκαλάκης) κάνουν αισθητή την παρουσία τους εντός συνόρων και μαζί με τους παλαιότερους δίνουν «ώθηση» στην άρση βαρών. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα εφήβων (Σαν Μαρίνο), ξεχώρισαν από ελληνικής πλευράς ο Τσαβαχίδης (έκτος στα 56 κ.) και οι Τσιντσάρης, Γραμματικόπουλος που κατέλαβαν την έκτη και έβδομη θέση αντίστοιχα, στα υπερβαρέα.

Το 1981, στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Λιλ), ο Γιάννης Τσιντσάρης (υπερβαρέα) ήταν έκτος στην Ευρώπη και όγδοος στον κόσμο με 335 κ. σύνολο. Στην ίδια κατηγορία ο Σιζόπουλος σήκωσε 330 κ. και κατετάγη έβδομος στην Ευρώπη και ένατος στον κόσμο. Στα 56 κ. ο Κατσαϊδώνης (225 κ.) ήταν έβδομος στην Ευρώπη και ενδέκατος στον κόσμο, στα 60 κ. ο Σιδηρόπουλος (252,5 κ.) όγδοος στην Ευρώπη και δωδέκατος στον κόσμο, στα 67,5 κ. ο Λεσπουρίδης (287,5 κ.) έβδομος στην Ευρώπη, όγδοος στον κόσμο, στα 90 κ. ο Ηλιάδης (340 κ.) όγδοος στην Ευρώπη και στον κόσμο, στα υπερβαρέα ο Ζαρζαβατσίδης (325 κ.) ένατος στην Ευρώπη, ενδέκατος στον κόσμο και στην ίδια κατηγορία με την ίδια επίδοση, ο Γραμματικόπουλος ήταν δέκατος στην Ευρώπη και δωδέκατος στον κόσμο. Η ελληνική ομάδα κατέλαβε την έβδομη θέση στην Ευρώπη και τη δέκατη στον κόσμο.

Η Αθήνα φιλοξένησε τους αγώνες της ΕΟΚ. Ο Ηλιάδης πήρε το χρυσό μετάλλιο στα 90κ (σύνολο 320 κ.), αργυρό οι Κατσαϊδώνης στα 56 κ. (σύνολο 225 κ.), Σιδηρόπουλος στα 60 κ. (σύνολο 240 κ.), Σιζόπουλος στα υπερβαρέα (σύνολο 332,5 κ.) και χάλκινο ο Γραμματικόπουλος στα υπερβαρέα (σύνολο 327,5 κ.).

Στα Παγκόσμιο και ΕυρωπαΙκό Πρωτάθλημα εφήβων (Λινιάνο, Ιταλία) την καλύτερη εμφάνιση από ελληνικής πλευράς έκανε ο Τσιντσάρης, που κατετάγη πέμπτος στην Ευρώπη και έβδομος στον κόσμο. Ο Γέροντας ήταν έβδομος στην Ευρώπη, δέκατος στον κόσμο και ο Τσαβαχίδης έβδομος στην Ευρώπη, δωδέκατος στον κόσμο.

Το 1982, στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Λιουμπλιάνα), ο Λεσπουρίδης πήρε την έκτη θέση στην Ευρώπη και ο Ζαρζαβατσίδης την όγδοη στον κόσμο. Συμμετείχαν ακόμα οι Σιδηρόπουλος (ένατος με τρία πανελλήνια ρεκόρ) και Παναγιωτάκης (δέκατος). Η Ελλάδα ήταν ένατη στην Ευρώπη και δέκατη τρίτη στον κόσμο.

Στο Ευρωπαϊκό εφήβων (Χάσκοβο) ο Τσιντσάρης κατετάγη τέταρτος στα υπερβαρέα, ο Δασκαλάκης πέμπτος στα 67,5 κ., ο Γέροντας έβδομος και ο Σαρρής ένατος στα 100 κ. και ο Σφακιανάκης ενδέκατος στα 75 κ.

Η Ελλάδα πρώτευσε στους αγώνες της ΕΟΚ με 80 βαθμούς (έναντι 78 β. της δεύτερης Αγγλίας και 76 β. της τρίτης Γαλλίας). Χρυσό μετάλλιο κέρδισαν οι Σιδηρόπουλος (60 κ.) με 260 κ. στο σύνολο, Ηλιάδης (90 κ.) με 342,5 κ. και Τσιντσάρης (υπερβαρέα) με 350 κ. Αργυρό μετάλλιο πήραν οι Κατσαϊδώνης (56 κ.) με 235 κ. στο σύνολο, Λεσπουρίδης (67,5 κ.) με 285 κ., Γραμματικόπουλος (100 κ.) με 342 κ. και Σιζόπουλος (υπερβαρέα) με 340 κ.

Στ τέλος του 1982, η άρση βαρών ψηφίσθηκε από τον ΠΣΑΤ ως δεύτερο άθλημα της χρονιάς.

Το 1983 οι τραυματισμοί χτύπησαν βαριά την ελληνική άρση βαρών και η εκπροσώπηση στις διεθνείς διοργανώσεις δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Μόσχα), ο Σιδηρόπουλος ήταν τέταρτος στην Ευρώπη και ένατος στον κόσμο, ο Γέροντας όγδοος στην Ευρώπη, ενδέκατος στον κόσμο και ο Ηλιάδης έβδομος και όγδοος αντίστοιχα.

Στους Μεσογειακούς Αγώνες, όπου η Ελλάδα πρώτευσε, χρυσό μετάλλιο πήραν οι Κατσαϊδώνης (56 κ.) με 235 κ. σύνολο, Ηλιάδης (90 κ.) με 355 κ., Ζαρζαβατσίδης (110 κ.) με 365 κ. και Τσιντσάρης (υπερβαρέα) με 370 κ. Ασημένιο πήρε ο Γέροντας (100 κ.) με 375,5 κ. και χάλκινο ο Γραμματικόπουλος (υπερβαρέα) με 360 κ.

Στους αγώνες της ΕΟΚ η Ελλάδα κατέλαβε τη δεύτερη θέση, πίσω από τη Δ. Γερμανία. Ικανοποιητική ήταν η εμφάνιση στο Ευρωπαϊκό εφήβων (Σαν Μαρίνο), όπου η ελληνική ομάδα κατετάγη δέκατη, μεταξύ είκοσι τεσσάρων. Ο Σταυρίδης (82,5 κ.) ήταν έκτος, ο Σφακιανάκης (75 κ.) έβδομος, ο Παντελεάκος (56 κ.) όγδοος και ο Δασκαλάκης (67,5 κ.) ένατος. Στο Παγκόσμιο εφήβων, ο Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) πήρε την έκτη θέση, ο Σαρρής (90 κ.) την ένατη και οι Σταυρίδης, Δασκαλάκης την ενδέκατη.

Ο ΠΣΑΤ ανέδειξε την άρση βαρών πρώτο άθλημα στην Ελλάδα το 1983.

Και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες, το 1984, οι Έλληνες αρσιβαρίστες «ήταν εκεί». Ο Γιάννης Τσιντσάρης (υπερβαρέα) ήταν τέταρτος με 342,5 κ. στο σύνολο (162,5+185), ο Νίκος Ηλιάδης (90 κ.) έκτος με 350 κ. (155+195) και ο Γιάννης Γέροντας (110 κ.) έβδομος με 350 κ. (152,5+197,5). Συμμετείχαν, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση και οι Γιάννης Κατσαϊδώνης (56 κ.), Ιορδάνης Ηλιούδης (75 κ.), Παύλος Λεσπουρίδης (75 κ.), Βασίλης Σταυρίδης (82,5 κ.) και Γιώργος Παναγιωτάκης (100 κ.).

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Μαδρίτη), ο Παναγιωτάκης πήρε την έκτη θέση, ο Κατσαϊδώνης και ο Τσιντσάρης την έβδομη, ο Γραμματικόπουλος και ο Γέροντας την ένατη.

Το Πρωτάθλημα της ΕΟΚ (Μπορντό) έμοιζε πια…. υπόθεση ρουτίνας για την ελληνική ομάδα, Κατσαϊδώνης και Σιδηρόπουλος ήταν πρώτοι στις κατηγορίες τους, Λεσπουρίδης, Ηλιάδης, Παναγιωτάκης και Γραμματικόπουλος δεύτεροι.

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1985 (Σεντερτέλιε) ο Τσιντσάρης ήταν ο μόνος Έλληνας που κατάφερε να μπει στη δεκάδα (9ος). Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, Κελαϊδής (60 κ.) και Λεσπουρίδης (75 κ.), πήραν την όγδοη θέση με 215 και 297,5 αντίστοιχα, ενώ ο Γέροντας (100 κ.) έμεινε δέκατος. Στη γενική βαθμολογία η Ελλάδα κατετάγη δωδέκατη.

Το 1986, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (Σόφια), ο Ζαρζαβατσίδης κατετάγη ενδέκατος. Στο Ευρωπαϊκό εφήβων ο Παπουτσής (56 κ.) ήταν όγδοος και οι Δρόσος (60 κ.), Μ. Ρεμπέλης (67,5 κ.), Φουρτούνης (82,5 κ.) δέκατοι. Κελαϊδής (56 κ.) και Σαρρής (90 κ.) που κατέλαβαν τη δεύτερη και τρίτη θέση αντίστοιχα, ξεχώρισαν στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ.

Η ΕΟΑΒ διοργανώνει στην Αθήνα τους 1ους διεθνείς αγώνες, στη μνήμη των ολυμπιονικών Τόφαλου και Κακούση. Από ελληνικής πλευράς, Σφακιανάκης (75 κ.) και Τσιντσάρης (υπερβαρέα) πήραν χρυσό μετάλλιο, ο Κελαϊδής (56 κ.) αργυρό και οι Ηλιούδης (82,5 κ.), Σλούκας (90 κ.), Κλωθάκης (100 κ.), Παναγιωτάκης (110 κ.) και Σιζόπουλος (υπερβαρέα) χάλκινο.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 η Ελλάδα κατετάγη ένατη. Ο Λεσπουρίδης (82,5 κ.) πήρε την έβδομη θέση, ο Σιδηρόπουλος (60 κ.) και ο Σφακιανάκης (75 κ.) την όγδοη, ο Σαλτσίδης (100 κ.) την ένατη, ο Κελαϊδής (56 κ.) τη δέκατη, ο Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) την ενδέκατη και ο Σταυρίδης (90 κ.) τη δωδέκατη.

Στους Μεσογειακούς Αγώνες, ο Τσιντσάρης κέρδισε δύο χρυσά και ένα χάλκινο, ο Λεσπουρίδης δύο αργυρά, ο Σταυρίδης τρία χάλκινα, ο Σιδηρόπουλος ένα αργυρό και ένα χάλκινο, ο Ηλιούδης ένα αργυρό και οι Κωνσταντινίδης, Σεραφείμ Γραμματικόπουλος από ένα χάλκινο.

Η ΕΟΑΒ διοργάνωσε στην Αθήνα το Πρωτάθλημα της ΕΟΚ. Ο Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) πήρε τη δεύτερη θέση και οι Σιδηρόπουλος (60 κ.), Σφακιανάκης (75 κ.), Λεσπουρίδης (82,5 κ.), Τσιντσάρης (υπερβαρέα) την τρίτη.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα εφήβων η Ελλάδα ήταν ένατη. Έκτος κατετάγη ο Ρέμπελης (67,5 κ.), έβδομος ο Κιαρτζίδης (60 κ.), όγδοος ο Παπουτσής (56 κ.) και δέκατοι οι Ταμπακάκης (110 κ.), Πετανίδης (υπερβαρέα).

Το 1988, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ, ο 33χρονος Γιάννης Σιδηρόπουλος (60κ.) πήρε την έκτη θέση με 265 κ. στο σύνολο (120+145). Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) και ο Παύλος Σαλτσίδης (υπερβαρέα) μπήκαν στην οκτάδα. Ο πρώτος σήκωσε 300 κ. (137,5+162,5) και ο δεύτερος 367,5 κ. (160+207,5). Στα 82,5 κ. πήρε μέρος και ο Χαράλαμπος Σφακιανάκης, που μηδενίστηκε, με τρεις άκυρες προσπάθειες.

Η Αθήνα φιλοξένησε το Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα εφήβων. Για πρώτη φορά στην ιστορία του αθλήματος, η Ελλάδα κατέλαβε την πέμπτη θέση στην Ευρώπη (και τη 14η στον κόσμο). Στα 52 κ. ο Γεωργιάδης ήταν έβδομος και ο Λιώσης όγδοος στην Ευρώπη, στα 110 κ. ο Τζαμπαζάκης ένατος και ο Χατζόπουλος δέκατος στην Ευρώπη, ενώ στα υπερβαρέα, οι Πετανίδης, Κέλλης, πήραν την πέμπτη και την έκτη θέση αντίστοιχα.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, η Ελλάδα κατετάγη δέκατη στη γενική βαθμολογία. Σιδηρόπουλος (60 κ.) και Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) πήραν την έκτη θέση, Γραμματικόπουλος (67,5 κ.) και Τσιντσάρης (υπερβαρέα) την όγδοη και οι Λεσπουρίδης (82,5 κ.), Δρακόπουλος (100 κ.) τη δέκατη.

Πολύ καλή ήταν, για άλλη μια φορά, η ελληνική παρουσία στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ. Χρυσά μετάλλια πήραν οι Χρήστος Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) και Γιάννης Γέροντας (110κ.).

Ο πρώτος σήκωσε 300 κ. στο σύνολο (135+165) και ο δεύτερος 325 κ. (145+180). Ο Σιδηρόπουλος (60 κ.) ανέβηκε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου με 262,5 κ. στο σύνολο (115+147,5). Την τέταρτη θέση κατέλαβαν οι Παναγιώτης Γραμματικόπουλος (67,5 κ.) με 270 κ. στο σύνολο (120+150) και Παναγιώτης Δρακόπουλος (100 κ.) με 350 κ. (165+185). Γιώργος Ηλιάδης (75 κ.) με 287,5 κ. (127,5+160) και Παύλος Λεσπουρίδης (82,5 κ.) με 330 κ. (145+185) κατετάγησαν πέμπτοι. Η Μ. Χριστοφορίδη κατακτά δύο ασημένια κι ένα χάλκινο μετάλλια στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και ένα χρυσό και δύο ασημένια στο Ευρωπαϊκό.

Το 1989, η ΕΟΑΒ διοργάνωσε στην Αθήνα (16-23 Σεπτεμβρίου) το Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Συμμετείχαν 220 αθλητές από 37 χώρες (αριθμοί – ρεκόρ τότε). Από ελληνικής πλευράς, την καλύτερη εμφάνιση έκανε ο Παναγιώτης Δρακόπουλος (110κ.) που κατέλαβε την έκτη θέση στην Ευρώπη και την ένατη στον κόσμο, με 347,5 κ. στο σύνολο. Ο Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) ήταν έβδομος και ο Τάκος (52 κ.) ένατος στην Ευρώπη, με 297,5 και 185 κ. στο σύνολο, αντίστοιχα.

Στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα γυναικών (Μάντσεστερ) οι Ελληνίδες δεν πέρασαν απαρατήρητες…. Η Μαρία Χριστοφορίδη (60 κ.) σήκωσε 100 κιλά στο ζετέ και πήρε την τρίτη θέση στην Ευρώπη και τον κόσμο. Η Σπανού (75 κ.) ήταν στο ζετέ (97,5 κ.) τρίτη στην Ευρώπη. Και στο σύνολο (167,5 κ.) τέταρτη και έβδομη στην Ευρώπη και στον κόσμο αντίστοιχα. Επίσης, η Ακτύπη (+82,5 κ.) ήταν τέταρτη Ευρωπαία στο σύνολο. Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμα….

 

1990-2000 Η dream team

Η Μαρία Χριστοφορίδη (60 κ.) η σγουρομάλλα πρωταθλήτρια από τα Γιάννενα που έχει χόμπι τη ραπτική, «έκοβε κι έραβε» το 1990, τόσο στο Ευρωπαϊκό, όσο και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Και το αποτέλεσμα ήταν τέλειο: Τρία χρυσά μετάλλια στο Σεράγεβο (Παγκόσμιο) με 87,5 κ. στο αρασέ, 110 κ. στο ζετέ, 197,5 κ. σύνολο και άλλα τρία χρυσά στην Τενερίφη (Ευρωπαϊκό) με 82,5 (αρασέ), 102,5 (ζετέ) και 185 κιλά στο σύνολο. Παράλληλα, είχε «πάρει τα μέτρα» των αντιπάλων της, για τα επόμενα χρόνια….

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, η Σπανού (75 κ.) κέρδισε ένα αργυρό μετάλλιο στο αρασέ με 85 κ. και δύο χάλκινα, στο ζετέ με 102,5 κ. και στο σύνολο με 187,5 κ.

Το «θηρίο» της ελληνικής άρσης βαρών, ο Παύλος Σαλτσίδης (110 κ.), ανέβηκε στο βάθρο των νικητών στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα που έγινε στη Βουδαπέστη. Πήρε ένα αργυρό μετάλλιο στο αρασέ με 170 κ. και δύο χάλκινα, στο ζετέ (212,5 κ.) και στο σύνολο (382,5κ.).

Πλούσια ήταν η συγκομιδή μεταλλίων από τους Έλληνες πρωταθλητές στους αγώνες της ΕΟΚ. Πρώτος και καλύτερος ο Σαλτσίδης με δύο χρυσά, στο ζετέ (202,5 κ.) και στο σύνολο (367,5 κ.) και ένα χάλκινο στο αρασέ (165 κ.). Ο Κιαρτσίδης (60 κ.) πήρε ένα χρυσό (115 κ. στο αρασέ), ένα αργυρό (247,5 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (122,5 κ. στο ζετέ), ο Πολυχρονάκης (52 κ.) δύα αργυρά (με 110 κ. στο ζετέ και 200 κ. στο σύνολο) και ένα χάλκινο (90 κ. στο αρασέ), ο Κωνσταντινίδης (67,5 κ.), τρία αργυρά με 135 κ. στο αρασέ, 160 κ. στο ζετέ και 295 κ. στο σύνολο, ο Σταυρίδης (90 κ.) δύο αργυρά (150 κ. αρασέ, 327,5 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (177,5 κ. ζετέ) και ο Π. Γραμματικόπουλος (67,5 κ.), τρία χάλκινα με 127,5 στο αρασέ, 155 κ. στο ζετέ και 282,5 κ. σύνολο.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο (Ταϊβάν), ο Παύλος Σαλτσίδης κατετάγη ένατος με 365 κ. στο σύνολο.

Η κυριαρχία της Χριστοφορίδη επιβεβαιώθηκε με τρία χρυσά και στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, όπου σήκωσε 82,5 στο αρασέ, 105 κ. στο ζετέ και 187,5 κ. στο σύνολο. Η Μποντόζη (75 κ.) πήρε ένα χρυσό στο ζετέ (97,5 κ.) και ένα αργυρό στο σύνολο (170 κ.), η Καλογερά (56 κ.) δύο αργυρά (με 62 κ. στο αρασέ και 135 κ. στο σύνολο), η Σπανού (75 κ.) ένα αργυρό (με 75 κ. στο αρασέ) και ένα χάλκινο (με 167,5 κ. σύνολο), η Κόκκινου (82,5 κ.) δύο χάλκινα (με 62,5 κ. στα αρασέ και 135 κ. σύνολο), η Ακτύπη (+82,5 κ.) επίσης δύο χάλκινα (με 80 κ. στο ζετέ και 140 κ. στο σύνολο), η Λερούνη (48κ.) ένα χάλκινο στο αρασέ (52,5 κ.) και άλλο ένα χάλκινο η Πρωτοψάλτη (82,5 κ.) στο ζετέ (75 κ.).

Η Μαρία Χριστοφορίδη ήταν η «γυναίκα της χρονιάς» και το 1991. Η πρωταθλήτρια του Πανελληνίου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (87,5 κ. αρασέ, 110 κ. ζετέ, 197,5 κ. σύνολο) κα τρία χρυσά στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ (85 κ. αρασέ, 107,5 κ. ζετέ, 192,5 κ. σύνολο).

Στο Ευρωπαϊκό γυναικών διακρίθηκαν επίσης η Γιώτα Αντωνοπούλου (75 κ.) με τρία αργυρά μετάλλια (75 κ. αρασέ, 105 κ. ζετέ, 180 κ. σύνολο) και η Άννα Στρούμπου (52 κ.) με τρία χάλκινα (62,5 κ. αρασέ, 85 ζετέ, 147,5 κ. σύνολο). Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ανδρών, την καλύτερη θέση από ελληνικής πλευράς κατέλαβε ο Π. Γραμματικόπουλος (75 κ.), που κατετάγη πέμπτος, 310 κ. στο σύνολο.

Οι ελληνίδες εντυπωσίασαν στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, όπου σάρωσαν τα μετάλλια και κατέκτησαν την πρώτη θέση. Εκτός της Χριστοφορίδη, τρία χρυσά πήρε και η Σπανού (75 κ.) με 85 κ.στο αρασέ, 107,5 κ. στο ζετέ και 192,5 κ. σύνολο. Η Ακτύπη (+82,5 κ.) πήρε δύο χρυσά (72,5 κ. αρασέ, 157,5 κ. σύνολο) και ένα αργυρό (85 κ. ζετέ), η Σρούμπου τρία αργυρά (65 κ. αρασέ, 77,5 κ. ζετέ, 142,5 κ. σύνολο), η Μποντόζη (75 κ.) δύο αργυρά (95 κ. ζετέ, 167,5 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (72,5 κ. αρασέ), η Κόκκινου (+82,5 κ.) δύο αργυρά (70 κ. αρασέ, 150κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (80κ. ζετέ) και η Δεληπορανίδου (56 κ.) τρία χάλκινα, με 62,5 κ. στο αρασέ, 80 κ. στο ζετέ και 142 κ. σύνολο. Στο αντίστοιχο Πρωτάθλημα των ανδρών, ο Σαλτσίδης (+110 κ.) πήρε δύο χρυσά μετάλλια (210 κ. ζετέ, 372,5 κ. σύνολο), ο Δρακόπουλος (100 κ.) ένα χρυσό στο αρασέ (155 κ.), ένα αργυρό στο σύνολο (340 κ.) και ένα χάλκινο στο ζετέ (185 κ.), ο Κιαρτσίδης (60 κ.) ένα χρυσό στο αρασέ (117,7 κ.), ο Κωνσταντινίδης (75 κ.) ένα αργυρό στο ζετέ (165 κ.) και ο Τσιντσάρης (+110 κ.) ένα χάλκινο στο αρασέ (162,5 κ.).

Στους Μεσογειακούς Αγώνες, ο Γιάννης Τσιντσάρης κέρδισε ένα χρυσό μετάλλιο στο αρασέ (162,5 κ.) και δύο αργυρά, στο ζετέ (190 κ.) και στο σύνολο (352,5 κ.). Ο Δρακόπουλος πήρε δύο αργυρά (155 κ. αρασέ, 342,5 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (187,5 κ. ζετέ) και από ένα χάλκινο οι Κιαρτσίδης (260 κ. σύνολο), Κωνσταντινίδης (137,5 κ. αρασέ).

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1992 σηματοδοτούν ουσιαστικά την απαρχή μιας περιόδου που η άρση βαρών γίνεται κάτι σαν εθνική υπόθεση. Οι εντυπασιακές προσπάθειες του Πύρρου Δήμα, η κραυγή του «για την Ελλάδα» και η ελληνική σημαία στον ψηλότερο ιστό για το παλικάρι από τη Χειμάρρα, είναι οι πρώτες «δυνατές εικόνες» μιας σειράς έντονων συγκινήσεων που θα μας χαρίσει το άθλημα τα επόμενα χρόνια. «Τα καλύτερά μας χρόνια», όπως λένε και οι άνθρωποι της άρσης βαρών….

Στη Βαρκελώνη, λοιπόν, που φιλοξένησε τους 25ους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Πύρρος Δήμας αναδείχθηκε χρυσός ολυμπιονίκης στην κατηγορία των 82,5 κ., με 370 κιλά στο σύνολο. Σήκωσε 167,5 κ. στο αρασέ και 202,5 κ. στο ζετέ. Πολύ καλή ήταν και η εμφάνιση του Βαλέριου Λεωνίδη (60 κ.) που κατέλβε την πέμπτη θέση με 295 κ. στο σύνολο (132,5 κ. αρασέ, 162,5 κ. ζετέ). Ο Έλληνας πρωταθλητής έχασε «μέσα από τα χέρια του» το χάλκινο μετάλλιο, λόγω μεγαλύτερου σωματικού βάρους από τον Κινέζο Χε Γινγκιάνγκ και το Βούλγαρο Τερζίσκι. Ο Παύλος Σαλτσίδης (110 κ.) ήταν όγδοος με 385κ. στο σύνολο (175+210) και ο Π. Γραμματικόπουλος (75 κ.) 250ς με 302,5 κ. σύνολο (130+172,5), ενώ ο Δρακόπουλος (100 κ.) ακυρώθηκε.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, που είχε γίνει τον Απρίλιο στην Ουγγαρία, ο Πύρρος Δήμας πήρε τρία χάλκινα μετάλλια, με 165 κ. στο αρασέ, 202,5 κ. στο ζετέ και 367,5 κ. στο σύνολο. Ένα ασημένιο και ένα χάλκινο μετάλλιο πήρε ο Παύλος Σαλτσίδης στα 110 κ.

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα γυναικών, η Μαρία Χριστοφορίδη (60 κ.) κέρδισε δύο αργυρά μετάλλια (90 κ. αρασέ, 195 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (105 κ. ζετέ).

Στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ (Ρώμη), ο Βαλέριος Λεωνίδης πήρε τρια χάλκινα μετάλλια, με 122,5 κ. στο αρασέ, 155 κ. στο ζετέ και 277,5 κ. στο σύνολο. Χρυσό πήρε και ο Τάκος (52 κ.) με 95 κ. στο αρασέ. Δύο αργυρά κέρδισε ο Π. Γραμματικόπουλος (172,5 κ. ζετέ, 307,5 κ. σύνολο), δύο χάλκινα ο Σαλτσίδης (165 κ. αρασέ, 375 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο ο Δρακόπουλος, με 155 κ. στο αρασέ. Στο αντίστοιχο Πρωτάθλημα γυναικών, Στρούμπου και Χριστοφορίδη πήραν από τρία χρυσά μετάλλια. Η Στρούμπου (52 κ.) σήκωσε 67,5 κ. στο αρασέ, 80 κ. στο ζετέ, 147,5 κ. σύνολο, η Χριστοφορίδη 85 κ. στο αρασέ, 100 κ. στο ζετέ, 185 κ. σύνολο. Δύο χρυσά πήρε η Δεληπορανίδου (56 κ.) με 85 κ. στο ζετέ και 150 κ. στο σύνολο. Ακόμη, ένα αργυρό και ένα χάλκινο μετάλλιο κέρδισε η Καλογερά (56 κ.) με 82,5 κ. στο ζετέ και 147,5 κ. στο σύνολο, δύο χάλκινα η Κατσουρίδη (+82,5 κ.) με 70 κ. στο αρασέ και 155 κ. στο σύνολο και ένα χάλκινο η Ακτύπη (+82,5 κ.) και 85 κ. στο ζετέ.

Χρονιά της άρσης βαρών το 1993. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (Μελβούρνη), ο ολυμπιονίκης Πύρρος Δήμας (83 κ.) κατέκτησε δύο χρυσά μετάλλια, με 175 κ. στο αρασέ και 377,5 κ. στο σύνολο. Ο Τζελίλης (59 κ.) και ο Λεωνίδης (64 κ.) πήραν το αργυρό μετάλλιο στο ζετέ, με 165 και 175 κ. αντίστοιχα.

Στο Παγκόσμιο γυναικών, η Αντωνοπούλου (83 κ.) κέρδισε δύο αργυρά μετάλλια (125 κ. ζετέ, 215 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (90 κ.) αρασέ, η Χριστοφορίδη (59 κ.) τρία χάλκινα (90 κ. αρασέ, 107,5 κ. ζετέ, 197,5 κ. σύνολο) και η Σπανού (83 κ.) ένα χάλκινο 115 κ. στο ζετέ.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (Σόφια), ο Βαλέριος Λεωνίδης πήρε χρυσό μετάλλιο στο ζετέ (175 κ.) και αργυρό στο σύνολο (312,5 κ.), ενώ ο Πύρρος Δήμας αργυρό στο αρασέ (170 κ.) και χάλκινο στο σύνολο (370 κ.).

Στο Ευρωπαϊκό γυναικών «έλαμψαν» Στρούμπου (50 κ.) και Σπανού (83 κ.), με τρία χρυσά μετάλλια η κάθε μία. Η πρώτη σήκωσε 72,5 κ. στο αρασέ, 87,5 κ. στο ζετέ και 160 κ. σύνολο και η δεύτερη 90 κ. στο αρασέ, 112,5 κ. στο ζετέ και 202,5 κ. σύνολο. Η Χριστοφορίδη πήρε δύο χρυσά (107,5 κ. ζετέ, 192,5 κ. σύνολο) και ένα αργυρό (85 κ. αρασέ), η Μισυρλή (54 κ.) τρία αργυρά (75 κ. αρασέ, 90 κ. ζετέ, 165 κ. σύνολο), όπως και η Αντωνοπούλου (76 κ.) με 90 κ. στο αρασέ, 120 κ. στο ζετέ και 210 κ. σύνολο.

Στους Μεσογειακούς Αγώνες, η ελληνική ομάδα κέρδισε 9 χρυσά μετάλλια, 1 αργυρό και 4 χάλκινα. Δήμας (91 κ.) και Σαλτσίδης (+108 κ.) ξεχώρισαν, με τρία χρυσά ο κεθένας. Ο πρώτος σήκωσε 175 κ. στο αρασέ, 200 κ. στο ζετέ κα 375 κ. σύνολο, ενώ ο δεύτερος 180 κ. στο αρασέ, 220 κ. στο ζετέ και 400 κ. σύνολο. Ο Τζελίλης (59 κ.) πήρε ένα χρυσό (127,5 κ. στο αρασέ) και δύο αργυρά (152,5 κ. στο ζετέ, 280 κ. σύνολο), ο Κωνσταντινίδης (76 κ.) ένα χρυσό (147,5 κ. αρασέ), ένα αργυρό (325 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (177,5 κ. ζετέ), ο Ρωμανίδης (83 κ.) τρία αργυρά, με 152,5 κ. στο αρασέ, 190 κ. στο ζετέ και 342,5 στο σύνολο και ο Μήτρου (76 κ.) δύο αργυρά (145 κ. αρασέ, 177,5 κ. ζετέ) και ένα χάλκινο (322,5 κ. σύνολο)

Ο Τζελίλης (64 κ.) αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης στους εφήβους, με 135 κ. αρασέ, 165 κ. ζετέ, 300 κ. σύνολο και τρία χρυσά μετάλλια. Στη ίδια διοργάνωση, ο Μήτρου (76 κ.)πήρε ένα χάλκινο στο αρασέ με 180 κ.

Ένα… σακί μετάλλια συγκέντρωσαν οι Έλληνες αθλητές και αθλήτριες στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ που διοργάνωσε η ΕΟΑΒ στην Αθήνα. Αναλυτικά:

Την πρώτη θέση κατέλαβαν οι Λεωνίδης (64 κ.) με 135 κ. στο αρασέ, 170 κ. στο ζετέ και 305 κ. στο σύνολο, Κωνσταντινίδης (70 κ.)με 135 κ. στο αρασέ, 170 κ. στο ζετέ και 305 κ. στο σύνολο, Δήμας με 165 κ. στο αρασέ, 200 κ. στο ζετέ και 365 κ. στο σύνολο. Δεύτεροι ήρθαν ο Ρωμανίδης στο ζετέ (187,5 κ.) και στο σύνολο (335 κ.), ο Ηλιάδης (91κ.) στο σύνολο με 342,5 κ., ο Δρακόπουλος στο αρασέ (165 κ.) και ο Σαλτσίδης (+108κ.) στο αρασέ (165 κ.), στο ζετέ (215 κ.) και στο σύνολο (308 κ.). Τέλος την τρίτη θέση πήραν ο Κιαρτσίδης (64 κ.) στο σύνολο με 267,5 κ. και ο Λαμπριανίδης (70 κ.) στο ζετέ (160 κ.) και στο σύνολο (365 κ.)

Στις γυναίκες χρυσό μετάλλιο πήραν η Στρούμπου με 72,5 κ. στο αρασέ και 165 κ. στο σύνολο, η Χριστοφορίδη με 87,5 κ. στο αρασέ, 107,5 κ. στο ζετέ και 195 κ. σύνολο και η Αντωνοπούλου με 105 κ. στο ζετέ. Αργυρό πήραν η Στρούμπου στο ζετέ (92,5 κ.) και η Μισυρλή στο αρασέ (70 κ.) και στο σύνολο (155 κ.). Χάλκινο μετάλλιο κέρδισαν η Καρυπίδου (50 κ.) στο ζετέ (75 κ.), η Μισυρλή στο ζετέ (85 κ.), η Κοχλιαρίδου (70 κ.) στο αρασέ (75 κ.), στο ζετέ (92,5 κ.) και στο σύνολο (167,5 κ.), η Χατζηϊωάννου (83 κ.) στο αρασέ (60 κ.), στο ζετέ (90 κ.) και στο σύνολο (150 κ.) και η Μποντόζη (+83 κ.) στο αρασέ (70 κ.), στο ζετέ (97,5 κ.) και στο σύνολο (167,5 κ.).

Στην Κωνσταντινούπολη, που φιλοξένησε το 66ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 1994, δεν ανέβηκε Έλληνας αθλητής στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου. Τρία αργυρά μετάλλια πήρε ο Βαλέριος Λεωνίδης (64 κ.) που σήκωσε 146,5 κ. στο αρασέ, 180,5 κ. στο ζετέ και 325κ. σύνολο. Δεύτερος επίσης, ήταν ο Ακάκιος Κακιασβίλης (91 κ.) με 220 κ. στο ζετέ και 397,5 κ. στο σύνολο. Ο ομογενής από τη Γεωργία Έλληνας αρσιβαρίστας πήρε κι ένα χάλκινο μετάλλιο στο αρασέ (177,5 κ.). Ο Πύρρος Δήμας (83 κ.), τραυματίας περιορίσθηκε σε ένα χάλκινο με 172,5 κ. στο αρασέ. Στις γυναίκες, η Αντωνοπούλου (76κ.) κέρδισε δύο χρυσά με 127,5 κ. στο ζετέ και 200 κ. στο σύνολο, ενώ η Στρούμπου (50κ.) και Παπαγεωργίου (64 κ.) πήραν από ένα χάλκινο στο ζετέ, με 90 και 110 κ. αντίστοιχα.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, ο Λεωνίδης πήρε δύο αργυρά (177,5 κ. ζετέ, 317,5 κ. σύνολο) και οι Τζελίλης, Μήτρου, από ένα στο ζετέ, με 162,5 και 192,5 κ. αντίστοιχα. Τρία χάλκινα κέρδισε ο Πολανίδης (54 κ.) με 115 κ. στο αρασέ, 145 κ. στο ζετέ, 260 κ. στο σύνολο και ένα ο Τζελίλης με 287,5 κ. στο σύνολο.

Στο Ευρωπαϊκό γυναικών, οκτώ αργυρά μετάλλια κατέκτησαν συνολικά οι Στρούμπου (150 κ. σύνολο), Χατζηϊωάννου (97,5 κ. σύνολο), Παπαγεωργίου (105 κ. ζετέ), Σπανού στα 70 κ. (με 90 κ. αρασέ, 110 κ. ζετέ, 200 κ. σύνολο) και Αντωνοπούλου (με 122,5 κ. ζετέ και 212,5 κ. σύνολο). Χάλκινα, πήραν οι Στρούμπου (67,5 κ. αρασέ, 82,5 κ. ζετέ), Μυσιρλή στα 54 κ. (με 72,5 κ. αρασέ, 160 κ. σύνολο) και Παπαγεωργίου (με 182,5 κ. σύνολο)

Στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, Πολανίδης και Λεωνίδης κέρδισαν από τρία χρυσά μετάλλια. Ο πρώτος σήκωσε 110 κ. στο αρασέ, 137,5 κ. στο ζετέ και 247,5 κ. στο σύνολο, ενώ ο δεύτερος 135 κ. στο αρασέ, 165 κ. στο ζετέ και 300 κ. στο σύνολο. Τρία αργυρά πήρε ο Τζελίλης (130 κ. αρασέ, 165 κ. ζετέ, 295 κ. σύνολο), ένα ο Πολιτίδης στα 70 κ. (με 135 κ. στο αρασέ), δύο ο Π. Γραμματικόπουλος επίσης στα 70 κ., τρία ο Μήτρου (145 κ. αρασέ, 180 κ. ζετέ, 325 κ. σύνολο), δύο ο Οδυσέας Δήμας στα 91 κ. (με 157,5 κ. στα αρασέ, 350κ. σύνολο) και τρία ο Γ. Ηλιάδης (147,5 κ. αρασέ, 185 κ. ζετέ, 332,5 κ. σύνολο). Τέλος, δύο χάλκινα πήρε ο Πολιτίδης (160 κ. ζετέ, 295 κ. σύνολο), τρία ο Λαμπριανίδης στα 76 κ. (με 142,5 κ. αρασέ, 192,5 κ. ζετέ, 350 κ. σύνολο), ένα ο Οδ. Δήμας (192,5 κ. ζετέ) και τρία ο Λεοντίδης στα + 108 κ., με 160 κ. στο αρασέ, 190 κ. στο ζετέ και 350 κ. σύνολο.

Στις γυναίκες, από τρία χρυσά κέρδισαν οι Στρούμπου (67,5 κ. αρασέ, 82,5 κ. ζετέ, 150 κ. σύνολο), Μισυρλή (67,5 κ. αρασέ, 87,5 κ. ζετέ, 155 κ. σύνολο) και Χριστοφορίδη (87,5 κ. αρασέ, 100 κ. ζετέ, 187,5 κ. σύνολο). Τρία αργυρά πήρε στα 64 κ. η Δεληπορανίδου (72,5κ. αρασέ, 97,5 κ. ζετέ, 170 κ. σύνολο) και τρία χάλκινα η Μποντόζη (77,5 κ. αρασέ, 102,5 ζετέ, 180 κ. σύνολο).

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο, η Γιώτα Αντωνοπούλου (83 κ.) πέτυχε παγκόσμιο ρεκόρ στο ζετέ με 130 κιλά. Στην ίδια διοργάνωση, Κωνσταντινίδης (67,5 κ.) και Σαλτσίδης (+108κ.) κατετάγησαν όγδοοι, με 300 (137,5+162,5) και 367,5 κ. (160+207,5) στο σύνολο, αντίστοιχα.

Τα πέτρινα χρόνια μοιάζουν με μακρινό παρελθόν, καθώς η ελληνική άρση βαρών ζει τις «χρυσές» μέρες της. Μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά: 54 χρυσά, 29 ασημένια και 30 χάλκινα μετάλλια ήταν μέσα στο 1995 ο απολογισμός των αθλητών και αθλητριών μας στα διεθνή πλατό!

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα που έγινε στην Καντόνα της Κίνας, ο Πύρρος Δήμας (83 κ.) πήρε δύο χρυσά, με 212,5 κ. στο ζετέ (νέο παγκόσμιο ρεκόρ) και 385 κ. στο σύνολο και ένα αργυρό με 172,5 κ. στο αρασέ. Ο Ακάκιος Κακιασβίλης (99 κ.) πήρε δύο χρυσά (227,5 κ. ζετέ, 410 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (182,5 κ. αρασέ), ο Λεωνίδας Σαμπάνης (59 κ.) επίσης δύο χρυσά (137,5 κ. αρασέ, 302,5 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (165 κ. ζετέ), ο Βαλέριος Λεωνίδης (64 κ.) τρία αργυρά (146,5 κ. αρασέ, 180 κ. ζετέ, 327,5 κ. σύνολο) και ο Βίκτωρ Μήτρου (76 κ.) δύο χάλκινα με 197,5 κ. στο ζετέ και 357,5 κ. στο σύνολο.

Στο Παγκόσμιο γυναικών, η ελληνική ομάδα… περιορίσθηκε σε τέσσερα χάλκινα μετάλλια. Τρία με την Αντωνοπούλου (83 κ.) που σήκωσε 100 κ. στο αρασέ, 125 κ. στο ζετέ, 225 κ. σύνολο και ένα με τη Χριστοφορίδη (64 κ.) με 200 κ. στο σύνολο.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ο Πύρρος Δήμας συνεχίζει να «χτίζει» το μύθο του, με τρία μετάλλια και τρία παγκόσμια ρεκόρ! Ακατανίκητος… Ο Έλληνας ολυμπιονίκης σήκωσε 177,5 κ. στο αρασέ, 211 κ. στο ζετέ και 387,5 κ. στο σύνολο. Τρία χάλκινα μετάλλια πήρε ο Κακιασβίλης, ο οποίος έκανε παγκόσμιο ρεκόρ στο ζετέ, με 228,5 κ. και σήκωσε 180 κ. στο αρασέ και 407,5 κ. στο σύνολο. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο είχαμε και από τον Βαλέριο Λεωνίδη στο ζετέ (183 κ.), αλλά αργυρό στο σύνολο (322,5 κ.) και χάλκινο στο αρασέ (140 κ.). Δύο χάλκινα πήρε ο Σαλτσίδης (+108 κ.) με 182,5 κ. στο αρασέ και 412,5 κ. στο σύνολο κα από ένα οι Τζελίλης (64 κ.) με 170 κ. στο ζετέ, Κόκκας (91 κ.) με 212,5 κ. στο ζετέ.

Στο Ευρωπαϊκό γυναικών, Χριστοφορίδη (59 κ.) και Στρούμπου (50 κ.) κυριάρχησαν. Η Χριστοφορίδη πήρε τρία χρυσά μετάλλια (90 κ. αρασέ, 110 κ. ζετέ, 200 κ. σύνολο), ενώ η Στρούμπου δύο χρυσά (72,5 κ. αρασέ, 162,5 κ. σύνολο) και ένα αργυρό (90 κ. ζετέ). Η Μισυρλή (54 κ.) πήρε τρία αργυρά (75 κ. αρασέ, 90 κ. ζετέ, 165 κ. σύνολο), η Τάτση (70 κ.) ένα αργυρό (90 κ. αρασέ) και ένα χάλκινο (197,5 κ. σύνολο), τρία χάλκινα στα 76 κ. η Αντωνοπούλου (95 κ. αρασέ, 120 κ. ζετέ, 215 κ. σύνολο) και δύο χάλκινα στα 59 κ. η Χατζηϊωάννου (95 κ. ζετέ, 172,5 κ. σύνολο).

Στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, η χώρα μας κατέκτησε 21 χρυσά, 3 αργυρά και 3 χάλκινα μετάλλια στους άνδρες και 13 χρυσά, 11 αργυρά και 3 χάλκινα στις γυναίκες!

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα (19/07-04/08) το 1996, η εμφάνιση των Ελλήνων αθλητών, συνολικά, ήταν η καλύτερη μετά το 1896! Η ομάδα της άρσης βαρών μας χάρισε μαγικές στιγμές και αναδείχθηκε κορυφαία δύναμη στον κόσμο! Υπό την «μπαγκέτα» του Χρήστου Ιακώβου, οι πέντε από τους δέκα αρσιβαρίστες μας κατάφεραν να ανέβουν στο βάθρο των νικητών. Και οι δύο από αυτούς, Πύρρος Δήμας και Ακάκιος Κακιασβίλης, στο ψηλότερο σκαλί, καταρρίπτοντας παγκόσμια ρεκόρ. Η σύγχρονη έκδοση του Άτλαντα θα είχε ελληνικό εθνόσημο στο στήθος… Ο Πύρρος Δήμας (83 κ.) το «λιοντάρι από τη Χειμάρρα», σήκωσε 392,5 κ. στο σύνολο (180 κ. στο αρασέ – νέο παγκόσμιο ρεκόρ – και 213 κ. στο ζετέ). Το δεύτερο χρυσό και την κορυφή του κόσμου κατέκτησε ο «σούπερμαν» στην κατηγορία του (99 κ.) Ακάκιος Κακιασβίλης, με 185 κ. στα αρασέ και δύο παγκόσμια ρεκόρ: 235 κ. στο ζετέ και 420 κ. στο σύνολο. Ασημένιο μετάλλιο πήραν οι Λεωνίδας Σαμπάνης (59 κ.) με 137,5 κ. στο αρασέ, 167,5 κ. στο ζετέ και 305 κ. στο σύνολο, ο Βαλέριος Λεωνίδης (64 κ.) με 145 κ. στο αρασέ, 187,5 κ. στο ζετέ και 332,5 κ. στο σύνολο και ο Λεωνίδας Κόκκας (91 κ.) με 175 κ. στο αρασέ, 215 κ. στο ζετέ και 390 κ. στο σύνολο. Ο Γιώργος Τζελίλης (64 κ.) σήκωσε 145 κ. στο αρασέ, 177,5 κ. στο ζετέ και 322,5 κ. στο σύνολο, αλλά έχασε το χάλκινο μετάλλιο από τον Κινέζο Σιάο, λόγω διαφοράς σωματικού βάρους. Τέταρτος έμεινε και ο Βίκτωρας Μήτρου (76 κ.), επειδή ήταν λίγα γραμμάρια βαρύτερος από τον Βορειοκορεάτη Τζον Τσολ, με τον οποίο είχαν την ίδια επίδοση: 162,5 κ. στο αρασέ, 195 κ. στο ζετέ και 357,5 σύνολο. Ο αρχηγός της ελληνικής ομάδας Παύλος Σαλτσίδης (+108 κ.) κατετάγη 7ος, με 185 κ. στο αρασέ, 235 κ. στο ζετέ και 420 κ. σύνολο. Στα 70 κ. ο Χρήστος Σπύρου ήταν δέκατος τρίτος (145 κ. αρασέ, 177,5 κ. ζετέ, 322,5 σύνολο), ενώ ο Αλέξης Πανατίδης (180 κ.) δεν μπόρεσε να σηκώσει τα 170 κ. στο αρασέ και ακυρώθηκε.

Στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, οι Έλληνες αθλητές και αθλήτριες συγκέντρωσαν… μερικές δεκάδες μετάλλια, εκ των οποίων τα 25 ήταν χρυσά! Μπροστά στους Ολυμπιακούς και τα κατορθώματα της Ατλάντα όμως, οι αγώνες τούτοι φαίνονται σαν προπόνηση…..

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1997 ο Λεωνίδας Σαμπάνης (59 κ.) πήρε χρυσό μετάλλιο στο αρασέ (132,5 κ.) και χάλκινα στο ζετέ (155 κ.) και στο σύνολο (287,5 κ.). Στο Ευρωπαϊκό γυναικών, η Ιωάννα Χατζηϊωάννου (64 κ.) κέρδισε δύο χρυσά (110 κ. ζετέ, 197,5 κ. σύνολο) και ένα αργυρό (87,5 κ. αρασέ), η Μαρία Χριστοφορίδη (59 κ.) δύο χρυσά (105 κ. ζετέ, 187,5 σύνολο), η Σταματία Μποντόζη (+83 κ.) ένα αργυρό (212,5 κ. σύνολο) και ένα χάλκινο (92,5 κ. αρασέ) και η Ευδοκία Χατζηαβραμίδου (50 κ.) ένα χάλκινο στο ζετέ (82,5 κ.).

Ένα νέο ταλέντο, ο Γιώργος Δερμετζής (+108 κ.), δίνει τα διαπιστευτήριά του τόσο στο Ευρωπαϊκό εφήβων (χρυσό στο αρασέ με 162,5 κ., χάλκινο στο σύνολο με 332,5 κ.) όσο και στο Παγκόσμιο (χάλκινο στο αρασέ με 160 κ.).

Στους Μεσογειακούς Αγώνες, ο Λεωνίδας Σαμπάνης (59 κ.) πήρε δύο χρυσά (125 κ. αρασέ, 155 κ. ζετέ), ο Γιώργος Τζελίλης (64 κ.) ένα χρυσό στο ζετέ (162,5 κ.), ο Βίκτωρας Μήτρου (76 κ.) ένα χρυσό στο ζετέ (180 κ.) και ένα χάλκινο στο αρασέ (142,5 κ.), ο Ακάκιος Κακιασβίλης (99 κ.) ένα χρυσό στο ζετέ (212,5 κ.) και ένα αργυρό στο αρασέ (167,5 κ.), ο Λεωνίδας Κόκκας (91 κ.) ένα αργυρό στο αρασέ (167,5 κ.) και ένα χάλκινο στο ζετέ (197,5 κ.), ο Αλέξανδρος Πολιτίδης (70 κ.) ένα αργυρό στο αρασέ (140κ.), ο Χρήστος Σπύρου (76 κ.) αργυρό επίσης στο αρασέ (145 κ.) κα ο Αλέκος Πανατίδης (108 κ.) ένα χάλκινο στο αρασέ (162,5 κ.).

Στο Πρωτάθλημα της ΕΟΚ, οι Ελληνίδες είχαν και πάλι τον πρώτο λόγο. Από τρία χρυσά πήραν η Άννα Στρούμπου (54 κ.) με 77,5 κ. στο αρασέ, 92,5 κ. στο ζετέ και 170 κ. σύνολο, η Μαρία Τάτση (70 κ.) με 87,5 κ. στο αρασέ, 110 κ. στο ζετέ και 197,5 κ. σύνολο και η Σταματία Μποντόζη (+83 κ.) με 95 κ. στο αρασέ, 120 κ. στο ζετέ και 215 κ. σύνολο. Η Χατζηϊωάννου (64 κ.) πήρε δύο χρυσά (107,5 κ. ζετέ, 192,5 κ. σύνολο) και ένα αργυρό (85 κ. αρασέ), η Θεανώ Ζαγκλιβέρη (76 κ.) τρία αργυρά (90 κ. αρασέ, 110 κ. ζετέ, 200 κ. σύνολο), όπως η Φιπιππία Κοχλιαρίδου (83 κ.) με 90 κ. στο αρασέ, 110 κ. στο ζετέ και 200 κ. σύνολο. Τέλος, η Ελένη Κυσσίδου (59 κ.) πήρε δύο αργυρά (αρασέ 80 κ., σύνολο 175 κ.) και ένα χάλκινο (ζετέ 95 κ.).

Η Ελλάδα έγραψε με «χρυσά» γράμματα την ιστορία της στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1998 στο Λάχτι της Φινλανδίας. Η Εθνική μας ομάδα, πάντα με προπονητή τον Χρήστο Ιακώβου, κατόρθωσε να αναρριχηθεί στην κορυφή, όχι μόνο της βαθμολογίας, αλλά και του πίνακα των μεταλλίων. Ακολουθούν οι δύο πίνακες με αναλυτικά τα μετάλλια και τους βαθμούς της χώρας μας.

Οι επιδόσεις των αθλητών μας ήταν εκπληκτικές. Στο αρασέ και στην κατηγορία των 62 κ. ο Σαμπάνης πήρε το χρυσό μετάλλιο, στα 69 κ. ο Τζελίλης ήταν τρίτος, θέση στην οποία κατετάγη και ο Κακιασβίλης στα 94 κ. Στα 85 κ. ο Δήμας ήταν δεύτερος. Στο ζετέ ο Σαμπάνης ήταν και πάλι πρώτος στην κατηγορία του. Στην κατηγορία των 69 κ. ο Λεωνίδης ήταν τρίτος, όπως και ο Μήτρου στην κατηγορία των 77 κ. Ο Δήμας ήταν ξανά δεύτερος στην κατηγορία των 85 κ., ενώ στα 94 κ. ο Κακιασβίλης. Στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στάθηκε ο Τζελίλης, ενώ το χάλκινο μετάλλιο φόρεσε ο Κόκκας

Όσον αφορά το «αδύνατο φύλο», κάθε άλλο παρά τέτοιο ήταν, τηρουμένων πάντα των αναλογιών των ετών ιστορίας του αθλήματος στη χώρα μας. Έτσι, από πλευράς γυναικών η Στρούμπου ήταν έβδομη στην κατηγορία των 53 κ., η Χριστοφορίδη πέμπτη στα 58 κ., η Τάτση 11η στα 69 κ. ενώ στα 75 κ. οι Ζαγκλιβέρη και Κοχλιαρίδου κατετάγησαν 13η και 15η αντίστοιχα.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1999, η Ελλάδα φιλοξενεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα ανδρών – γυναικών, για τρίτη φορά στην ιστορία της, και μάλιστα με τη σύμπτωση της ανάληψής του κάθε δεκαετία. Πρώτη φορά το 1979 στη Θεσσαλονίκη, δεύτερη το 1989 στη Γλυφάδα και τρίτη το 1999 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Η ελληνική άρση βαρών θέτει τρεις στόχους και καταφέρνει με σκληρή δουλειά να τους πετύχει απόλυτα. Πρώτον να κερδίσει και πάλι τον τίτλο της παγκοσμίου πρωταθλήτριας στη βαθμολογία των ανδρών, δεύτερον να αποκτήσει δικαίωμα πλήρους ομάδος στους Ολυμπικούς Αγώνες του Σίδνεϊ, καθόσον η διοργάνωση αποτελεί Ολυμπιακή πρόκριση και τρίτον να πάρει δέκα με τόνο στο οργανωτικό κομμάτι.

Η επιτυχία της χώρας μας είναι τρομερή.

Νίκη στη βαθμολογία με εμφανίσεις των αθλητών μας που προκαλούν ρίγη συγκίνησης στους φιλάθλους. Και οι οκτώ άνδρες που πήραν μέρος ανέβηκαν στο βάθρο των νικητών και μάλιστα οι επτά και στο σύνολο. Τη μεγαλύτερη διάκριση κατακτούν όμως οι Έλληνες φίλαθλοι που καθημερινά κατακλύζουν το ΣΕΦ με αποκορύφωμα το διήμερο της συμμετοχής του Πύρρου Δήμα και Κάχι Κακιασβίλι, όπου παρατηρείται το αδιαχώρητο.

Δώδεκα χιλιάδες φίλαθλοι και παραπάνω δημιουργούν μια απίστευτη ατμόσφαιρα για την ιστορία του αθλήματος. Οι ξένοι παράγοντες δεν μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους, ιδιαίτερα όταν αντιλαμβάνονται πως έξω από το ΣΕΦ υπάρχουν 2.000 ακόμα φίλαθλοι που ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπο να εισέλθουν. Και όλα αυτά με την ΕΟΑΒ να έχει θέσει για πρώτη φορά σε κυκλοφορία εισιτήρια σε μια διεθνή διοργάνωση που φυσικά δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα.

Ο Καναδός Σεν Σιρ, παράγοντας της διεθνούς ομοσπονδίας λέει: «Ήμουνα στην αίθουσα ντόπιγκ κοντρόλ όταν γινόταν η παρουσίαση των αθλητών στην κατηγορία των 85κ. Βγήκα έξω να πάρω τη θέση μου στους επισήμους και έπαθα σοκ. Χιλιάδες φίλαθλοι δημιουργούσαν μια τρομερή ατμόσφαιρα. Ποτέ δεν είχα δει τέτοια εικόνα, ποτέ δεν μαζεύτηκαν πουθενά τόσες χιλιάδες φίλαθλοι σε αγώνες άρσης βαρών. Θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή».

Το άγχος των Ελλήνων αθλητών ήταν τεράστιο και το βάπτισμα του πυρός έπρεπε να πάρει ο ελαφρύτερος όλων, ο Λεωνίδας Σαμπάνης.

Μόλις αντίκρυσε το πλήθος τρακαρίστηκε έντονα και παρόλο που έφυγε από τον αγώνα της κατηγορίας 62κ. με δύο ασημένια μετάλλια ήταν περίλυπος. Είχε μόλις δύο έγκυρες προσπάθειες στις έξι. Ο Χρήστος Ιακώβου το κατάλαβε και σε σύσκεψη το ίδιο βράδυ προσπάθησε να εξηγήσει το φαινόμενο.

Στα 62κ., ο Γιώργος Τζελίλης με 155κ.-190κ.-345κ. σύνολο, κατακτά τρία ασημένια μετάλλια και ο Βαλέριος Λεωνίδης παρά τον τραυματισμό του, με ηρωική προσπάθεια, κερδίζει τρία χάλκινα με 152.5κ.-187.5κ.-340κ.

Έρχεται η σειρά του Βίκτορα Μήτρου, στην κατηγορία 77κ. που ξεκινάει άσχημα στο αρασέ, μόλις 6ος με 165κ. για να κατακτήσει αμέσως μετά δύο ασημένια μετάλλια σε ζετέ και σύνολο (205κ. και 370κ.). Χάνει μάλιστα τα χρυσά με διαφορά λίγων γραμμαρίων σωματικού βάρους από τον πρώην Βούλγαρο και νυν αθλητή του Κατάρ, Μπαντρ που επίσης σήκωσε τα ίδια κιλά.

Στα 85κ., η Ελλάδα παρατάσσει δύο αθλητές, τον Πύρρο Δήμα που προέρχεται από εγχείριση και μπαίνει στον αγώνα με ελλειπή προετοιμασία, και τον Χρήστο Σπύρου.

Ο Πύρρος κερδίζει το πρώτο χρυσό μετάλλιο για τη χώρα μας στο αρασέ με νέο παγκόσμιο ρεκόρ 180.5κ. και κλείνει τον αγώνα του με ένα χάλκινο στο ζετέ 207.5κ. και ένα ασημένιο στο σύνολο 387.5κ. 

Ο Σπύρου ανεβαίνει στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στο ζετέ με 207.5κ., ελαφρύτερος του Δήμα κατά 30 γραμμάρια ενώ στο σύνολο μένει τέταρτος με 382.5κ.

Κάχι Κακιασβίλι και Λεωνίδας Κόκκας αποτελούν τη νέα διπλή μας συμμετοχή σε μία κατηγορία, στα 94κ.

Ο Κάχι κερδίζει τρία χρυσά μετάλλια με νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο αρασέ 188κ. ενώ σε ζετέ και σύνολο σηκώνει 225κ. και 415κ. αντίστοιχα, επτάμιση κιλά διαφορά από τον δεύτερο Πολωνό Κολέτσκι.

Ο Κόκκας κατακτά ασημένιο μετάλλιο στο αρασέ με 185κ. και χάλκινο στο σύνολο με 402.5κ. για να αρχίσει στο φινάλε ένα ανεπανάληπτο σώου.

Στη διάρκεια λοιπόν της απονομής μεταλλίων, ο Κόκκας προσκαλεί στο βάθρο των νικητών και τον πρωτομάστορα Χρήστο Ιακώβου που τελικά με παραίνεση και του Γιάννη Σγουρού στέκεται δίπλα τους.

Οι φίλαθλοι τρελαίνονται και ρυθμικά φωνάζουν το όνομα του Ιακώβου που βουρκώνει από συγκίνηση.

Η νίκη στη βαθμολογία σε σχέση με το 1998 στο Λάχτι έρχεται με χαρακτηριστική ευκολία: Ελλάδα 580 βαθμοί, Βουλγαρία 462. Ανεπανάληπτη πρωτιά έχουμε και στον πίνακα μεταλλίων που φθάνουνε τα 19, δηλαδή 4 χρυσά, 10 ασημένια και 5 χάλκινα. Σε σύνολο μεταλλίων η Βουλγαρία έρχεται δεύτερη, πολύ μακριά πίσω μας με 9 μετάλλια.

Στις γυναίκες, την καλύτερη εμφάνιση πραγματοποιεί η Γιάννα Χατζηϊωάννου στην κατηγορία 63κ. που κατακτά το μοναδικό μας μετάλλιο, ένα χάλκινο στο ζετέ με 127.5κ. και βάζει θεμέλια για διάκριση στο Σίδνεϊ, εκεί όπου το ασθενές φύλο έχει πρεμιέρα στο θεσμό.

 

2000 μέχρι και σήμερα

Η δεκαετία που ολοκληρώνεται, 2000-2010 ασφαλώς και δεν μπορεί να συγκριθεί με την αντίστοιχη 1990-2000, όπου μεγαλούργησε η ελληνική άρση βαρών, σε ανάπτυξη αλλά και υψηλές διακρίσεις.

Η άρση βαρών μπήκε στα σπίτια των Ελλήνων, χάρις στην τηλεόραση και τα μετάλλια της σε συνεχείς διοργανώσεις κάθε επιπέδου, από τους Μεσογειακούς Αγώνες μέχρι και τους Ολυμπιακούς.

Το 2004 ήταν η καταληκτική ημερομηνία της ντριμ τιμ με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας να αποτελούν το κύκνειο άσμα των χρυσών παιδιών μας.

Ο χρόνος είναι αμείλικτος και δυστυχώς έφερε το αντίο στα περισσότερα από τα μέλη της.

Το χρονικό διάστημα 2001-2004 απλά διατηρούσε το όνειρο της διάκρισης στην Αθήνα ζωντανό.

Οι Έλληνες πρωταθλητές προσπάθησαν με καθεστώς συντήρησης στη προπόνηση να αποφύγουν τους τραυματισμούς και να κλείσουν μια απίστευτη καριέρα μέσα στην ίδια την πατρίδα τους.

Έτσι, στα παγκόσμια πρωταθλήματα ανδρών της δεκαετίας που διανύουμε ήρθαν μόνον πέντε μετάλλια από τα οποία τα τρία, δυο ασημένια και ένα χάλκινο ανήκουν στον Γιώργο Τζελίλη (2001) και τα υπόλοιπα δύο, στον Λεωνίδα Σαμπάνη, ασημένιο (2002) και στον Νίκο Κουρτίδη (2007), χάλκινο.

Το αντίστοιχο διάστημα, στην ίδια διοργάνωση, οι γυναίκες, σαφώς μικρότερες σε ηλικία, σε σχέση με τους άνδρες, κατέκτησαν δύο χρυσά, πέντε ασημένια και τρία χάλκινα μετάλλια στους αγώνες του 2001 και 2002.

Τα κέρδισαν η Νατάσα Τσακίρη, 2-4-0, η Χαρίκλεια Καστρίτση 0-1-1 και η Χριστίνα Ιωαννίδη 0-0-2.

Το 2004 ήταν η χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Ένα όνειρο, ένα φινάλε βρισκόταν προ των πυλών.

Δυστυχώς δεν ήρθαν όλα όπως τα φανταζόμασταν.

Οι τραυματισμοί και άλλα απρόοπτα έπληξαν την ελληνική ομάδα.

Ο Πύρρος Δήμας έπαιξε με πρόβλημα και ενέσεις στο χέρι, ο Κάχι Καχιασβίλι πονούσε στα πόδια, ο Βίκτωρ Μήτρου το ίδιο και η Νατάσα Τσακίρη υπέφερε από έναν τραυματισμό της τελευταίας στιγμής στο πόδι.

Η διοργάνωση πέρασε στην ιστορία με το τέταρτο σερί Ολυμπιακό μετάλλιο του Πύρρου Δήμα, που έκλεισε τη καριέρα του με τρία χρυσά και ένα χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Την ώρα της απονομής των μεταλλίων το κοινό ξεσηκώθηκε στο αντίο του Έλληνα Ολυμπιονίκη.

Με το χάλκινο μετάλλιο στο στήθος είδε τους φιλάθλους να τον αποθεώνουν για περίπου οκτώ λεπτά, χωρίς να επιτρέπουν με τον τρόπο αυτόν την απονομή των υπολοίπων δυο μεταλλίων.

Μια σκηνή, μια στιγμή, μοναδική στην ιστορία του αθλήματος.

Ο Γιώργος Μαρκούλας κατέλαβε την 4η θέση, πίσω από τον Πύρρο και οι Βίκτωρ Μήτρου και Χριστίνα Ιωαννίδη την 5η θέση.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, ύστερα από την δυσάρεστη περιπέτεια με την υπόθεση της φαρμακοδιέγερσης, η χώρα μας πήρε δυο ένατες θέσεις χάρις στους Νίκο Κουρτίδη και Βικτώρια Μαυρίδου.

Την περίοδο 2001-2010 η Ελλάδα κατέκτησε τρία ασημένια και τέσσερα χάλκινα μετάλλια σε παγκόσμια πρωταθλήματα εφήβων – νεανίδων με τη διοργάνωση του 2001 να φιλοξενείται με απόλυτη επιτυχία στη Θεσσαλονίκη.

Στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα ανδρών – γυναικών, προσθέσαμε στη συλλογή μας άλλα επτά μετάλλια με την Τσακίρη να κατακτά δύο χρυσά, ένα ασημένιο, την Ιωαννίδη ένα χρυσό, ένα χάλκινο και τις Καστρίτση, Κασάπη από ένα χάλκινο.

Τα χρόνια πέρασαν αλλά οι δόξες της ελληνικής άρσης βαρών θέλησαν να παραμείνουν στο χώρο του αθλήματος των δυνατών για την αναγέννηση του.

Ο Πύρρος Δήμας κατέλαβε τη θέση του προέδρου της Ε.Ο.Α.Β. στις εκλογές, ο Βαλέριος Λεωνίδης ανέλαβε ομοσπονδιακός προπονητής με συνεργάτη του τον Λεωνίδα Σαμπάνη.

 

 


ping_om2
pali_om2
ksifaskia_om2
arsi_logo_trans (1)
par_om2
hbf.header-logo-regular
badminton_om2
(rugby)
SPORTSLAND_LOGO_small